Ανταπόκριση από Αθήνα

ανταπόκριση από αθήναΑναρωτιέμαι, όπως κάθε φορά πριν γράψω, αν έχω τώρα κάτι που αξίζει να το μοιραστώ. Όχι απλώς μια εμπειρία ή μια κριτική, αλλά κάτι που δυνητικά να εμπεριέχει και εποκοδομητικά στοιχεία. Αυτό που βρίσκεται μέσα μου τούτες τις μέρες μάλλον δεν ικανοποιεί τις παραπάνω προδιαγραφές: Είναι η αναπόληση σκηνών από το πρόσφατο ταξίδι μου στην Αθήνα, λεπτομερειών με χαρακτήρα έντονα προσωπικό. Αν έχουν κάποια χρησιμότητα, αυτή πιθανότατα περιορίζεται μόνο σε μένα. Γι’ αυτό, μην περιμένετε ηθικό δίδαγμα σήμερα. Σε τούτο το κείμενο δε θα το βρείτε.

Με αφορμή τον πρόσφατο ξαφνικό θάνατο του πεθερού μου, υπήρξα για δυόμιση μέρες επισκέπτρια στην πατρική μου πόλη, εκεί όπου έχω περάσει ολόκληρη σχεδόν τη ζωή μου, χωρίς μικρά παιδιά να φροντίζω, για πρώτη φορά εντελώς αυτόνομη μετά από πολλά χρόνια. Μπορούσα να ρυθμίζω κατά βούληση τις σκέψεις και το πρόγραμμά μου, μακριά από τους περιορισμούς και τις διαρκείς προσαρμογές της καθημερινότητας. Είχα κυριολεκτικά λησμονήσει την αίσθηση μιας τέτοιας ελευθερίας. Θα καταγράψω, λοιπόν, σήμερα, τις πολύτιμες εκείνες στιγμές όσο είναι ακόμη νωπές στη μνήμη μου, πριν ο καιρός, που ήδη έχει αρχίσει να τις ξεθωριάζει, τις εξαλείψει οριστικά. Είμαι ευγνώμων που μου δόθηκε αυτό το σπάνιο προνόμιο – χρόνος και ησυχία για να συγκεντρωθώ και ν’ απολαύσω τη γλυκόπικρη γεύση τους.

 _____________

 27 Δεκεμβρίου 2013 – Παρασκευή μεσημέρι

Το “Ελευθέριος Βενιζέλος” έχει αρκετή κίνηση, όπως συνήθως τέτοια ώρα. Περπατάω με φούρια προς την έξοδο αγκομαχώντας με τη βαλίτσα, όταν το βλέμμα μου πέφτει κατά τύχη στο παράθυρο. Εντελώς συνηθισμένο το θέαμα έξω: Πεζοδρόμιο, άσφαλτος με λεωφορεία, ταξί και Ι.Χ., βιαστικοί επιβάτες με αποσκευές, πιο μακριά ο χώρος στάθμευσης, το ξενοδοχείο και κάτι παρατεταγμένοι θάμνοι, πιο πίσω χωμάτινοι λοφίσκοι με χαμηλή βλάστηση κι αυθαίρετα, γκρίζος ουρανός, μέρα βροχερή. Καμιά ομορφιά, καμιά ποιητική εικόνα. Κι εγώ η ίδια αναρωτιέμαι τι είναι αυτό που, χωρίς να το θέλω, με αναγκάζει να βραδύνω το βήμα και να καθηλωθώ μπροστά σ’ αυτό το παράθυρο. Κι εγώ η ίδια εκπλήσσομαι με τα δάκρυα που κυλούν, σαν με δική τους βούληση, στα μάγουλά μου.

Νόμιζα ότι, αυτή τη φορά, θα έβγαινα ατάραχη από τούτο το αεροδρόμιο, εκτελώντας μια απλή, καθημερινή πράξη. Στη διαδρομή της επιστροφής, φανταζόμουν ότι την έχω πλέον ξεπεράσει την ένταση της πρώτης στιγμής. Πίστευα ότι, αν ήταν να συγκινηθώ σ’αυτό το ταξίδι, θα συνέβαινε αργότερα, από την παρουσία των δικών μου, από τη θέα κάποιου υποβλητικού τοπίου, από τη βίωση κάποιου αξιομνημόνευτου γεγονότος. Σίγουρα όχι σε τόσο πεζές συνθήκες.

Είναι προφανές ότι έκανα λάθος. Για να δω, προνόησα να φέρω χαρτομάντηλο; Έξω με περιμένουν.

_____________

28 Δεκεμβρίου 2013 – Σάββατο πρωί

Συννεφιά, ψιλόβροχο και κρύο. Τα μαλλιά μου με τυφλώνουν, καθώς ο αέρας τ’ανακατεύει και μου χαλάει το χτένισμα. Γύρω από το ύψωμα στο οποίο στέκομαι, απλώνεται το πευκόφυτο τοπίο της Πεντέλης, το δικό μου τοπίο, που γνωριζόμαστε από τότε που ήμουν ακόμη παιδί. Χαμηλά, πέρα μακριά, η απεραντοσύνη της θάλασσας κι εδώ, ακριβώς μπροστά στα ξυλιασμένα πόδια μου, δυο τετραγωνικά μέτρα αφράτο μαυροκάστανο χώμα.

Ασύλληπτο. Απόλυτα ακατανόητο. Τώρα, σ’αυτή την ελάχιστη επιφάνεια γης, έχει καταφέρει να χωρέσει μια ολόκληρη ζωή; Μια ζωή που μέχρι πριν λίγες μέρες στήριζε και τη δική μου; Γίνεται; Πώς;…

Στ’ αυτιά μου ακόμη φτερουγίζει το “Μετά πνευμάτων δικαίων τετελειωμένων…”, και απάντηση στο ερώτημα δεν υπάρχει. Υπάρχουν μόνο οι άνθρωποι τούτη τη στιγμή γύρω μου, οι αγαπημένοι, αυτοί που νοηματοδοτούν τα πάντα.

_____________

28 Δεκεμβρίου 2013 – Σάββατο βράδυ

Έχει πάει αργά, αλλά δε θέλω καθόλου να σηκωθώ. Γύρω απ’ το ζεστό φιλόξενο τραπέζι, το φορτωμένο γιορτινά χριστουγεννιάτικα εδέσματα, δυο φιλικά ζευγάρια συζητούν ξένοιαστα. Παρακολουθούν και σχολιάζουν με κέφι τις περιγραφές μου για τη ζωή στην Αμερική. Παρότι με τους δυο από τους ομοτράπεζούς μου συνομιλώ για πρώτη φορά, τα σχόλια και τ’αστεία τους μιλούν απ’ ευθείας στην καρδιά μου, χωρίς να χρειάζεται μετάφραση κι επεξεργασία, χωρίς να απαιτείται προσπάθεια για την ανεύρεση κοινών σημείων αναφοράς, χωρίς ελλείψεις, κενά, παράσιτα.

Για τους υπόλοιπους στο τραπέζι εκτός από μένα, που την επόμενη μέρα θ’ αναχωρήσουν όλοι μαζί παρέα για εκδρομή, η σκηνή είναι συνηθισμένη – επαναλαμβάνεται τακτικά, χωρίς εμπόδια. Θέλω να τους ρωτήσω, αλλά δεν τολμώ, η περίσταση δεν το σηκώνει: Μέσα στη σιγουριά του σταθερού, του καθιερωμένου, συνειδητοποιούν την ανυπολόγιστη αξία του δώρου που τόσο απλόχερα τους παραχωρείται;

Σε λίγη ώρα, η συζήτηση αρχίζει να περιστρέφεται γύρω από παλιές νεανικές εμπειρίες. Με τους άλλους δυο από τη συντροφιά, μεσηλίκους τώρα σαν κι εμένα, τις μοιραζόμαστε από φοιτητές, από τα χρόνια εκείνα που μας διαμόρφωσαν. Και τότε, ξαφνικά, το νιώθω: Οι δύο αυτοί άνθρωποι, που τούτη τη στιγμή πίνω γελώντας το τσάι μου δίπλα τους, είναι στην ουσία εγώ. Ο κόσμος τους είναι ο κόσμος μου, οι ίδιοι είναι κομμάτι μου, τόσο απλά.

Δε χορταίνω να γεύομαι τη στιγμή. Θα περάσει πολύς καιρός για να την ξαναζήσω.

_____________

29 Δεκεμβρίου 2013 – Ξημερώματα Κυριακής

Επιστρέφοντας προς το σπίτι νυστάζω πολύ, όμως δε θέλω να πάω για ύπνο. Δε θέλω να χάσω απ’ τον ελάχιστο χρόνο που έχω στη διάθεσή μου.

Η Κηφισίας είναι άδεια. Χριστουγεννιάτικα φωτάκια τη στολίζουν σποραδικά. Τελικά έχει κάτι αλλάξει; Αυτή την ώρα φαίνονται όλα τόσο όμοια, κι όμως το ξέρω ότι δεν είναι πια. Αλλά ο δρόμος είν’ εδώ, είναι ο ίδιος, όπως τότε, κι εγώ οδηγώ τέτοια ώρα μόνη εδώ, όπως όταν ήμουν είκοσι χρονών. Λες να πάω μια βόλτα ακόμη πάνω-κάτω, συνήθεια που είχα τα χρόνια εκείνα; Και γιατί όχι, τι μ’εμποδίζει; Σήμερα, για μια μέρα, μπορώ να κάνω τα πάντα, ακριβώς όπως το πίστευα τότε.

Έχει ζέστη στο δωμάτιό μου. Πάντα το δωμάτιο αυτό ήταν το πιο ζεστό του σπιτιού, από την εποχή που ήμουν στο σχολείο. Θα διαβάσω λίγο πριν πέσω για ύπνο. Ευτυχώς, με την αλλαγή της ώρας, ακόμη αντέχω, παρότι είναι σχεδόν πρωί.

Στο ημίφως, το πάπλωμα με τυλίγει σαν ζεστή αγκαλιά. Είμαι πλαγιασμένη στο κρεβάτι μόνη, στο δωμάτιο των εφηβικών μου χρόνων. Διακρίνω αμυδρά τις λεπτομέρειες του χώρου αυτού, που κάθε εκατοστό του βρίσκεται ανεξίτηλα χαραγμένο στα κύτταρά μου. Σε άλλο σημείο του σπιτιού, ακούγονται οι πρώτοι πρωινοί ήχοι του πατέρα μου που ξύπνησε κι ετοιμάζεται. Δεν είμαι σίγουρη: Αυτό το σκηνικό, το τόσο μακρινό και ταυτόχρονα τόσο βαθιά γνώριμο, εξελίσσεται τώρα στ’ αλήθεια; Είναι μήπως ψευδαίσθηση;… Μου φαίνεται ότι έφτασε τελικά η ώρα να κοιμηθώ.

_____________

29 Δεκεμβρίου 2013 – Κυριακή απόγευμα

Το τζάκι εκπέμπει μια γλυκειά θαλπωρή, καθώς η ευρύτερη οικογένεια συνομιλεί γύρω μου για θέματα καθημερινά. Πολιτική, επικαιρότητα, απόψεις, αντιρρήσεις, μικροδιαπληκτισμοί. Και πάλι με κυριεύει η αίσθηση ότι στα λόγια τους, στις σκέψεις τους, στις εικόνες μέσα στο μυαλό τους, βρίσκομαι εγώ – κι αυτοί βρίσκονται μέσα μου. Θέλω η στιγμή να διαρκέσει για πάντα. Αυτή, όμως, παραμένει μετέωρη, λειψή, ανολοκλήρωτη: Μακριά, στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, μια πατρική φιγούρα αγκαλιάζει κάποια προσωπάκια, που με καρτερούν να επιστρέψω με ανυπομονησία. Κι εκείνοι κομμάτι μου, καθοριστικό, κεφαλαιώδες, τόσο όσο ό,τι έχω βιώσει σ’αυτό το ταξίδι. Το ήξερα αυτό από την αρχή.

Ξεγελάστηκα πάλι… Η ολοκλήρωση που φαντάστηκα πως έζησα εδώ, δυο μέρες τώρα, στ’ αληθινά δεν υπάρχει. Η πληρότητα, που τόσο διψασμένα την αποζητώ, θα χρειαστεί, αναγκαστικά, να περιμένει ακόμη. Είτε το θέλω είτε όχι, τα συμπληρωματικά της κομμάτια θα παραμείνουν χωρισμένα, σε δυο ηπείρους, επ’ αόριστον. Και τούτο δεν είναι φάρσα, όπως έχω συνεχώς την εντύπωση, είναι πραγματικότητα.

Δε γίνεται, αυτή τη φορά πρέπει επιτέλους να καταλάβω: Γιατί;… Μην κουράζεσαι. Δεν έχει πια νόημα να ρωτάς. Ο λόγος είναι γνωστός, μη λέμε πάλι τα ίδια. Οικονομική κρίση τον λένε, το έχεις μάθει καλά – ακόμη κι αν η φράση αυτή δεν αρκεί για να σε ικανοποιήσει.

Και τώρα; Τι θα συμβεί στο εξής; Ας μην τα ξαναπούμε, άλλη επιλογή δε διαθέτεις. Θα αντέξεις και θα αξιοποιήσεις δημιουργικά την πρόκληση, όπως οφείλεις. Μα μπορώ; Ναι, μπορείς. Μαζί, εκεί, ένας μικρός πυρήνας, θα το επιχειρήσετε.

Ας σταματήσω να σκέφτομαι. Δε θέλω να χάσω κι άλλα πολύτιμα λεπτά απ’ αυτή τη βραδιά. Θα περάσει πολύς καιρός για να την ξαναζήσω. Μα μήπως το είπα πάλι κι αυτό;

 _____________

30 Δεκεμβρίου 2013 – Δευτέρα πρωί

Περιμένω στο Λονδίνο την ανταπόκρισή μου προς Νέα Υόρκη. Πάντα αναρωτιόμουν γιατί υπάρχουν τα “Μulti-faith prayer rooms” στα αεροδρόμια. Πάντα είχα την απορία ποιοι ιδιόρρυθμοι ή θρησκόληπτοι τύποι συχνάζουν σ’αυτά. Σήμερα μόλις την έλυσα: Πιθανότατα άνθρωποι σαν κι εμένα, που αναζητούν μια νησίδα γαλήνης μέσα στην οχλοβοή του αεροδρομίου.

Η καρέκλα είναι σκληρή, το φως λευκό και δυνατό, ο χώρος ψυχρός, άδειος και αφιλόξενος. Περίμενα να είναι σχεδιασμένος ώστε να προκαλεί κατάνυξη, όμως δεν είναι καθόλου έτσι. Άσπροι τοίχοι και στο πάτωμα γκρίζα τριμμένη μοκέτα. Στη μια πλευρά του δωματίου, ένα σπασμένο παραπέτασμα κρέμεται σαν παράλυτο μέλος. Στην απέναντι γωνία τυλιγμένο ένα χαλάκι, υποθέτω για τους μουσουλμάνους επισκέπτες του χώρου. Ανοίγω την πόρτα της ντουλάπας, του μοναδικού επίπλου στο δωμάτιο. Στα ράφια της ταξινομημένα βοηθήματα προσευχής, αντικείμενα και βιβλία. Απ’ αυτά, ακόμη κι όσα απευθύνονται σε χριστιανούς είναι εντελώς αλλιώτικα απ’ ό,τι γνωρίζω. “For the use of the Christian faith” – “For the use of the Muslim faith” – “For the use of the Buddhist faith” – “For the use of the Hindu faith”. Όλα προδίδουν ότι ξεκίνησε πάλι: Το ανοίκειο, το ξένο “αλλού”.

Επικρατεί απόλυτη σιωπή. Βρίσκομαι μόνη μου στο μικρό αυτό χώρο, εντελώς μόνη, σαν μέσα σε κουκούλι που με προστατεύει από τις αμείλικτες απαιτήσεις. Αυτές που σε λίγο θ’αρχίσουν να με τεντώνουν ξανά προς όλες τις κατευθύνσεις, χωρίς δίχτυ ασφαλείας, μακριά από τη σταθερότητα, την ανακούφιση, το καταφύγιο του δικού μου θεμελίου, που μόλις άφησα πίσω. Ετοιμάσου, λοιπόν. Το διάλειμμα τέλειωσε, πρέπει τώρα να συνεχίσεις.

Οι αποσκευές μου βρίσκονται ακουμπισμένες στα πόδια μου. Το σακίδιο ανοιχτό, και μέσα του ανάκατα χαρτομάντηλα, κασκόλ, νερό, βιβλίο, τα εφόδια για τη διαδρομή. Ο καφές έχει κρυώσει σκεπασμένος στο χάρτινο ποτηράκι, πλάι στη σακούλα με τα μικροδωράκια που πριν λίγο αγόρασα για τα παιδιά μου. Ευτυχώς, δε χρειάζεται να βγω αμέσως απ’ το δωμάτιο. Έχω λίγα τελευταία λεπτά ακόμη.


Το κείμενο αναδημοσιεύτηκε στο διαδικτυακό ντοκιμαντέρ Νέα Διασπορά.
Θερμές ευχαριστίες.

New Diaspora

Advertisements

2 thoughts on “Ανταπόκριση από Αθήνα

  1. Θα με πιστέψεις αν σου πω ότι και μόνο που διάβαζα τις περιγραφές σου από το αεροδρόμιο στην Αθήνα, αισθανόμουν ότι βρισκόμουν δίπλα σου, βλέποντας γνώριμα τοπία, ίσως όχι τόσο όμορφα, αλλά τόσο χαραγμένη στη μνήμη μου, και τα οποία θα έδινα τα πάντα να ξαναδώ σύντομα..λέω Ελλάδα και δακρύζουν τα μάτια μου. Μια ζωή γεμάτη αναμνήσεις..χαίρομαι που, έστω και υπό τέτοιες συνθήκες, μπόρεσες να βιώσεις στιγμές με αγαπημένα πρόσωπα, γνώριμες μυρωδιές, συνήθειες..

  2. Pingback: Τι νούμερο γάντια να σας στείλω παρακαλώ; | Πού είμαι; Α, ναι… στην Αμερική…

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s