Τη μάνητα, θεά, τραγούδα μας του ξακουστού Achilles…

homerΣας έχω γράψει στο παρελθόν διάφορα στιγμιότυπα από τον αυτοσχεδιασμό μου τα τελευταία δύο χρόνια ως δασκάλα στο ελληνικό σχολείο της περιοχής μας. Ο κύκλος έκλεισε για τώρα και θα αποχαιρετήσω τη θέση αυτή από του χρόνου. Ήταν μια ιδιαίτερα πλούσια εμπειρία, με πολλές προκλήσεις αλλά και ανταμοιβές.

Όπως έχω ξαναπεί εδώ, τα παιδιά του σχολείου, μετανάστες δεύτερης και τρίτης γενιάς τα περισσότερα, συχνά κι από μικτούς γάμους, που δε μιλούν στο σπίτι Ελληνικά, καλούνται, κουρασμένα μετά από μια υπερφορτωμένη σχολική μέρα, να μελετήσουν μια γλώσσα που, εκτός από περίπλοκη, τους φαίνεται και άχρηστη, καθώς κι έναν πολιτισμό που είναι εν μέρει ξένος γι’ αυτά, και την αξία του οποίου, στη νεαρή τους ηλικία, δεν μπορούν ν’ αντιληφθούν. Είναι λογικό, λοιπόν, το κέφι για μάθημα να είναι μειωμένο. Ακόμη περισσότερο των τελειόφοιτων μαθητών μου, ηλικίας δώδεκα και δεκατριών ετών, που σε λίγες μέρες θα αφήσουν πίσω τους οριστικά το ελληνικό σχολείο. Για μένα, που αισθανόμουν την ιδιότητα της δασκάλας ως μέσο για να κρατήσω ζωντανή την Ελλάδα που έχω μέσα μου, αυτήν που τόσο μου έχει λείψει, η συγκεκριμένη συνθήκη συνδυάστηκε με αρκετή ένταση και διαρκή έρευνα για δημιουργικούς τρόπους ώστε να τους τραβήξω το ενδιαφέρον.

Για μια τέτοια προσπάθεια έγραψα αυτό το μήνα στο διαδικτυακό ντοκιμαντέρ “New Diaspora”. Το κείμενο που τους έδωσα περιορίστηκε για πρακτικούς λόγους στις 650 λέξεις περίπου. Διαθέτω, όμως, και μακροσκελέστερη και πιο ενδοσκοπική εκδοχή, που έγραψα με γνώμονα εσάς, και παραθέτω παρακάτω. Διαλέγετε και παίρνετε.

_______________________________________________________________________

Τα φώτα έσβησαν και η μουσική των τίτλων ξεκίνησε. Στην αίθουσα απλώθηκε το θρόισμα που προέρχεται από δάχτυλα που ψαχουλεύουν μέσα σε κουτιά με τραγανό περιεχόμενο. Το άρωμα του ποπκόρν σκορπίστηκε στην ατμόσφαιρα, κι εγώ έριξα ένα αφηρημένο βλέμμα στην αφίσα με τις εννέα Μούσες που στόλιζε τον τοίχο απέναντί μου.

Τώρα που η αποφοίτηση πλησιάζει και το μαθητικό μυαλό αδυνατεί να περιοριστεί σε τέσσερις τοίχους και σ’ ένα τετράδιο, δοκίμασα χωρίς επιτυχία πολλές ιδέες για να τραβήξω την προσοχή των μαθητών μου, καταφέρνοντας μόνο να εντείνω την κόντρα μεταξύ μας, ενώ τα παιδιά σταδιακά εκδήλωναν όλο και λιγότερη διάθεση για σοβαρό μάθημα. Ενώ ήμουν πολύ απογοητευμένη, μου ήρθε μια ξαφνική έμπνευση. Εμφανίστηκα στην τάξη εφοδιασμένη με DVD της ταινίας “Troy” (μεταφορά της Ιλιάδας στη μεγάλη οθόνη) και επιπλέον με γιγαντιαία συσκευασία ποπκόρν και με χάρτινα κουτιά σαν κι αυτά μέσα στα οποια το πουλάνε στο σινεμά, όπου και τους το μοίρασα. Έτσι, για τα επόμενα μαθήματα, η τάξη μας μετατράπηκε σε μια διασταύρωση ανάμεσα σε σχολικό χώρο και αίθουσα προβολής blockbuster.

“Μα πού είμαι;… τι κάνω εδώ;…” – η γνωστή πλέον ερώτηση ξεπετάχτηκε πάλι καθώς παρακολουθούσα τις πρώτες σκηνές. Η καθημερινότητα στην ξένη χώρα έχει υπάρξει για μένα γεμάτη από ανάλογα στιγμιότυπα μετεωρισμού. Μετά από τρία χρόνια, διαπιστώνω ότι, βιώνοντάς τα, έχει κανείς δυο δρόμους: Είτε να αποκομίσει αποκλειστικά και μόνο αίσθημα κενού (το έχω γνωρίσει πολύ καλά, για μεγάλο διάστημα, το ξέρετε κι εσείς που με διαβάζετε), είτε να ζήσει κάποιου βαθμού ανατροπή των στοιχείων που μέχρι τότε νόμιζε ότι τον ορίζουν. Το δεύτερο, αν και από μια οπτική ασυνεπές, κάνει σίγουρα τη ζωή να φαντάζει πιο ευέλικτη και πιο αισιόδοξη.

Έτσι λοιπόν κι εγώ, λιγωμένη από νοσταλγία για τα γυμνασιακά μου χρόνια, στα οποία για ολόκληρες σχολικές χρονιές διυλίζαμε και το “και” της κάθε φράσης στον Όμηρο, βρέθηκα να παρακολουθώ από έδρας την Ιλιάδα στ’ Αγγλικά, σε ένα μίγμα αισθητικής Hollywood/ηλεκτρονικού. Ήταν και για μένα, όπως και για τους μαθητές, η πρώτη φορά, αφού από επιλογή δεν είχα θελήσει να δω την ταινία όταν κυκλοφόρησε, την εποχή που ακόμη ζούσα στην Αθήνα. Παρατηρούσα τον Αχιλλέα/Brad Pitt, με τα οξυζεναρισμένα του μαλλιά, τα καλογυαλισμένα του ποντίκια και την απόλυτα αμερικάνικη προφορά του, και δε γινόταν να μην κυριευτώ από αποστροφή για τη βεβήλωση του ιδανικού που μέχρι εκείνη τη στιγμή υπήρχε μέσα μου. Την ίδια ώρα, δεν μπορούσα να αρνηθώ πόση απήχηση είχε το θέαμα στους μαθητές μου, πόσο ζωντανό γινόταν γι’ αυτούς το αντικείμενο, κι αν θέλω να είμαι ειλικρινής, και για μένα, παρά την προαναφερθείσα αποστροφή, που μου ήταν αδύνατο να ξεπεράσω.

Μέσα μου η σκηνή απέκτησε συμβολικές διαστάσεις: Το παρόν μου της Αμερικής, του απρόσωπου, παγκοσμιοποιημένου, τεχνολογικού καταναλωτισμού στον οποίο τόσο έχω προσπαθήσει να αντισταθώ από τότε που βρέθηκα να είμαι κομμάτι του, αντιμαχόταν το παρελθόν μου, μιας Ελλάδας άλλων διαστάσεων. Καθώς η ώρα προχωρούσε, διέκοπτα την ταινία, έγραφα στον πίνακα στα Ελληνικά τα ονόματα των ηρώων και συζητούσα με τα παιδιά την πλοκή, τα κίνητρα, τις πεποιθήσεις, τις συνήθειές τους. Άρχισα τότε να δέχομαι ερωτήσεις, να βλέπω μάτια να ζωντανεύουν, και η μάχη μέσα μου σταδιακά μαλάκωσε. “Ε, ναι, κοιτάζω την ταινία κι επαναστατώ, αποτελεί ιεροσυλία για μένα, αυτό δεν αλλάζει. Επιπλέον, αντί να διαβάζουμε Όμηρο στα Ελληνικά, βλέπουμε αμερικάνικο εμπορικό σινεμά, απαράδεκτο! Όμως, τελικά, πραγματικά πειράζει τόσο πολύ; Τα παιδιά είναι προφανές ότι νιώθουν κάτι αντικρύζοντας τούτο το θέαμα, με το χαρακτήρα του οποίου ταυτίζονται, κι εγώ έχω την επιλογή ή να γκρινιάξω και να το αρνηθώ, ή να αρπάξω την ευκαιρία και να το ευχαριστηθώ κιόλας”.

Κάπως έτσι εξελίχθηκαν οι επόμενες συναντήσεις μας. Τα σνακ διαφοροποιήθηκαν, για να είναι έκπληξη τι έφερνα να τους κεράσω κάθε μέρα (πρόταση των παιδιών), και η ταινία προβλήθηκε σε συνέχειες, με διακοπές κατά διαστήματα, ώστε να κάνουμε μάθημα πάνω σ’αυτά που βλέπαμε κάθε φορά. Τελικά, με όλα τούτα, συγκράτησαν τους σημαντικούς χαρακτήρες και τα χαρακτηριστικά τους, έμαθαν τις τοποθεσίες στο χάρτη, ασχολήθηκαν ενεργά με την υπόθεση, τα κίνητρα, τις σχέσεις, τις εκδηλώσεις, εκφράζοντας ειλικρινή απορία για τα πώς και τα γιατί, ενώ κατάφερα να τους παρακινήσω να ασχοληθούν και με κάποιες ασκήσεις ανάγνωσης και χρήσης των Ελληνικών, τις οποίες σοφίστηκα με αφορμή το μύθο. Μάλιστα στο τέλος παρακολούθησαν με αρκετή προσοχή ακόμη και μάθημα για τον ίδιο τον Όμηρο, ενώ τους έδειξα και εικόνες από αγγεία με σκηνές της Ιλιάδας και από μυκηναϊκά αρχαιολογικά ευρήματα, που, γνωρίζοντας πλέον ότι τα χρησιμοποίησαν στ’ αλήθεια οι ήρωες στους οποίους είχαμε αναφερθεί, τις είδαν με ενδιαφέρον, τεράστια αντίθεση από παλιότερα, που είχα επιχειρήσει κάτι ανάλογο.

Και, άραγε, ποιος ξέρει; Αν είμαι τυχερή, ίσως ένα απ’ αυτά τα παιδιά να πιάσει κάποτε στο μέλλον ένα βιβλίο της Ιλιάδας και να θελήσει να το διαβάσει, ενθυμούμενο την όλη εμπειρία. Ή ίσως να δει ένα έκθεμα σε κάποιο μουσείο και να το νιώσει λίγο πιο δικό του σε σχέση με πρώτα.

Αν τολμήσω, δε, να είμαι απόλυτα ειλικρινής, πρέπει να παραδεχτώ ότι κι εγώ, που μοιράστηκα τη διαδικασία με τα παιδιά, που τελικά δεν αρνήθηκα ολοκληρωτικά την ταινία ως αμερικάνικο καταναλωτικό σκουπίδι, όπως αρχικά είχα την παρόρμηση, νιώθω λίγο διαφορετικά. Με έκπληξη διαπίστωσα ότι με περισσότερη διάθεση ξαναδιάβασα αυτές τις μέρες μια παιδική εκδοχή της Οδύσσειας που κυκλοφορεί στο σπίτι μας, ενώ υποψιάζομαι παρομοίως ότι με πιο πολύ κέφι θα ξαναμελετήσω σε λίγους μήνες και το αντίστοιχο κεφάλαιο για το Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο στο οποίο φοιτώ. Επιπλέον, ανακαλύπτω ότι η εμπειρία έβαλε κι αυτή το λιθαράκι της ώστε να βλέπω με λίγο αλλιώτικη ματιά, κάπως πιο ανοιχτή, τους ανθρώπους που με περιστοιχίζουν καθημερινά, αυτούς, τους εκπροσώπους της αμερικάνικης κουλτούρας, που στοιχεία της με βρίσκουν τόσο αντίθετη.

Κλείνοντας το θέμα, θα αναφερθώ και σε μια τελευταία όψη του. Ψάχνοντας στο διαδίκτυο για χρήσιμο υλικό, εντυπωσιάστηκα από την αφθονία της πληροφορίας που κυκλοφορεί από τα αμερικάνικα σχολεία, στα οποία τα παιδιά διδάσκονται, σε μεγαλύτερες τάξεις, και την Ιλιάδα και την Οδύσσεια και γενικά για την αρχαία Ελλάδα και μάλιστα, απ’ ό,τι ανακάλυψα, σε αξιοσημείωτο βάθος. Καθώς μελετούσα τα ευρήματά μου, μού γεννήθηκε η απορία: Οι μαθητές μου βομβαρδίζονται με αντίστοιχη πληροφορία για πλήθος ακόμη άλλων πολιτισμών, από τους Ναβάχο μέχρι τους Ιάπωνες. Πόσο διαφορετικά άραγε να προσλαμβάνουν τον ελληνικό από μένα που τον έχω διδαχθεί από παιδί ως το μοναδικό παρελθόν μου; Μάλλον ποτέ δε θα μπορέσω να απαντήσω ικανοποιητικά σε τούτη την ερώτηση. Ίσως, όμως, η απάντηση αυτή να μην έχει και τόση πολλή σημασία.

New Diaspora

Advertisements

2 thoughts on “Τη μάνητα, θεά, τραγούδα μας του ξακουστού Achilles…

  1. Αχ Ναταλάκι μου, πάλι δάκρυσα διαβάζοντας σε!

    Κι η ερώτηση παραμένει:
    Γιατί κλείνει αυτός ο δημιουργικός κύκλος διδασκαλίας στο σχολείο; Γιατί δε συνεχίζεις με τη νέα χρονιά ;

    • Ο κυριότερος λόγος είναι η έλλειψη χρόνου – κοίτα στο Facebook για λεπτομέρειες. Πολλά φιλιά!

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s