Τόμος Α΄, κεφάλαιο 3, σελ. 133-169

diabasma1

Με πολύ κόπο προσπαθώ να προετοιμαστώ για να δώσω εξετάσεις στο πανεπιστήμιο τον φετινό Ιούλιο. Φρέσκια μεταναστευτική εμπειρία αυτή – να με περιμένουν πίσω στην πατρίδα εξετάσεις στην αρχή των καλοκαιρινών διακοπών. Για όσους δεν γνωρίζουν το ιστορικό, δέκα περίπου χρόνια πριν, όσο ζούσαμε ακόμη στην Ελλάδα, ξεκίνησα να παρακολουθώ το τμήμα Σπουδών στον Ελληνικό Πολιτισμό του Ελληνικού Ανοιχτού Πανεπιστημίου. Το έκανα με πολύ αργό ρυθμό, από ακαδημαϊκό ενδιαφέρον, σε μια απόπειρα να καταλαγιάσει κάπως η άσβεστη δίψα μου – την έχετε διαπιστώσει σ’αυτό το ιστολόγιο – για κατανόηση της σημερινής θέσης μας ως έθνους στον παγκόσμιο πολιτιστικό χάρτη.

Βρισκόμουν ακριβώς στη μέση του προγράμματος όταν μετακομίσαμε στην Αμερική, και πήρα αναβολή για κάποια χρόνια γιατί οι αλλαγμένες περιστάσεις δεν ευνοούσαν τη μελέτη. Φέτος, λοιπόν, έπρεπε, σύμφωνα με τον κανονισμό, ή να συνεχίσω την παρακολούθηση ή να την εγκαταλείψω οριστικά. Επέλεξα το πρώτο, το μάθημα που περίμενε στη σειρά ήταν η Αρχαία Ελληνική και Βυζαντινή Φιλολογία, κι έτσι μ’αυτήν βουρλίζομαι προσπαθώντας κάπως να καταπιαστώ. Ακόμη δεν ξέρω πώς θα τα καταφέρω.

Άλλος άνθρωπος ήμουν όταν ξεκίνησα αυτό το εγχείρημα και άλλος τώρα. Ο κόσμος μου τότε ήταν ασφαλής, μοναδικός, αδιατάρακτος και σταθερά παρών γύρω μου. Κοιτούσα έξω απ’ το παράθυρο κι έβρισκα αυτονόητα τα πεύκα αντί για τα ελάφια, το μεσημεριανό ήταν το κύριο γεύμα μας όταν επέστρεφαν τα παιδιά απ’ το σχολείο, αντί να τους προσφέρω όπως οι Αμερικάνοι στα πεταχτά ένα κολατσιό πριν τρέξουμε για τις δραστηριότητες, όταν επιθυμούσα να μοιραστώ τις σκέψεις μου ήταν αρκετό ν’ ανοίξω την πόρτα και να μιλήσω για λίγο, αντί να κάθομαι και να πληκτρολογώ με τις ώρες. Κυκλοφορώντας εκτός σπιτιού, άκουγα παντού τη γλώσσα μου αντί για χίλιες γλώσσες ξένες και διαφορετικές, παράγγελνα μέτριο καφέ χωρίς να είναι απαραίτητες περαιτέρω διευκρινίσεις, έλεγα “ονομαστική γιορτή” και ήξερα πως οι άλλοι αυτόματα καταλαβαίνουν τι εννοώ. Δεν αμφέβαλλα καθημερινά για το μέλλον της Ελλάδας, για το αν και πώς αυτή θα συνεχίσει να υπάρχει, για το αν και πώς εγώ και τα παιδιά μου θα ξαναβρεθούμε κάποτε να ζούμε μέσα στα φυσικά σύνορά της. Στο πρακτικό επίπεδο δε, υπήρχε το υποστηρικτικό πλαίσιο που εδώ δεν διαθέτω, και χρόνος επαρκής, που τώρα διασπάται σε πολλαπλές ενασχολήσεις.

Έτσι, έχω βρεθεί συνέχεια να αναβάλλω το διάβασμα, και, όταν τελικά το κάνω, να με παίρνει άπειρη ώρα μέχρι να συγκεντρωθώ. Όταν επιτέλους κατορθώσω να ξεκινήσω λίγη παραγωγική μελέτη, έρχεται συνήθως η στιγμή που πρέπει να κλείσω τα βιβλία γιατί χρειάζεται να κάνω κάτι άλλο.

Κι όμως. Εκεί που νομίζω ότι αποκλείεται σ’αυτές τις συνθήκες να καταφέρω να αποκομίσω κάτι χρήσιμο από την όλη υπόθεση, εκεί που λέω “Τι νόημα έχουν τώρα όλα αυτά, όταν έχουμε καταντήσει μια χώρα χωρίς προοπτική κι εγώ βρίσκομαι στην άκρη του κόσμου”, εκεί που σκέφτομαι “Άντε, ας προχωρήσω τώρα τυπικά, απλώς για να τελειώνουμε, αφού δεν μπορώ να κάνω κάτι καλύτερο”, πέφτω σε μια τυχαία φράση, σ’ένα στίχο, σ’ένα σχόλιο. Και τότε η φλογίτσα, που ετοιμάζεται να σβήσει καπνίζοντας και τσιτσιρίζοντας, φουντώνει για λίγο σπαρταριστή, και σκορπίζει γύρω της άπλετο, διάχυτο φως, έστω και για κάποιες στιγμές.

Μου είναι πολύ δύσκολο να βάλω την εικόνα τούτη σε λόγια – ό,τι και να επιχειρήσω εγώ να αρθρώσω σχετικά μου φαίνεται ευτελές για να τη χωρέσει. Ο μόνος τρόπος να σας τη μεταφέρω είναι να αντιγράψω κουβέντες άλλων, σπουδαιότερων από μένα, που την έχουν περιγράψει με ακρίβεια απόλυτη.

“Για κοιτάξετε πόσο θαυμάσιο πράγμα είναι να λογαριάζει κανείς πως, από τήν εποχή που μίλησε o Όμηρος ως τα σήμερα, μιλούμε, ανασαίνουμε, και τραγουδούμε με την ίδια γλώσσα. Κι αυτό δε σταμάτησε ποτέ, είτε σκεφτούμε την Κλυταιμνήστρα πού μιλά στον Αγαμέμνονα, είτε την Καινή Διαθήκη, είτε τους ύμνους τού Ρωμανού και το Διγενή Ακρίτα […] (παρένθεση – αυτά ακριβώς που διαβάζω τώρα για το μάθημα). Και όλοι αυτοί, oι μεγάλοι και oι μικροί […] βρίσκουνται μέσα σας, τώρα, βρίσκουνται μέσα σας όλα μαζί, είναι το μεδούλι των κοκάλων σας, καί θα τα βρείτε αν σκάψετε αρκετά βαθιά τόν εαυτό σας” (Γ. Σεφέρης: Δοκιμές Α’).

Δεν νομίζω ότι έχει νόημα να προσθέσω κάτι άλλο. Ας σωπάσω, λοιπόν, κι ας επιχειρήσω καλύτερα ν’ ανοίξω πάλι το βιβλίο. Αλκαίος, Σαπφώ, Πίνδαρος, τόμος  Α΄, κεφάλαιο 3, σελ. 133-169. Βρίσκονται εκεί. Όσο κι αν εγώ αργήσω, όσα εμπόδια κι αν συναντήσω στο δρόμο μου, όσο κι αν δεν καταφέρω τελικά να τους αγγίξω παρά ελάχιστα, αυτοί θα μένουν ζωντανοί, ατάραχοι, παντοτινοί – και θα συνεχίζουν σταθερά να με περιμένουν.

Advertisements

One thought on “Τόμος Α΄, κεφάλαιο 3, σελ. 133-169

  1. Επιτέλους, Ναταλίτσα, ανασάναμε! Ο Ιούνιος δεν αργεί… Φιλάκια!

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s