Κατ’ Οίκον Ιστορία στο New Diaspora

nat_eleni

Σήμερα δημοσιεύτηκε στο διαδικτυακό ντοκιμαντέρ New Diaspora το κείμενο που σας είχα αναφέρει ότι έγραψα, το σχετικό με τη διδασκαλία Ελληνικών και Ιστορίας στο σπίτι. Οπότε μπορώ τώρα να το ανεβάσω κι εδώ. Θερμές ευχαριστίες στους συντελεστές του New Diaspora, όπως πάντα.

 ________________________________________________________________________

Βρεθήκαμε στην Αμερική το 2012, όταν τα τρία παιδιά μας ήταν δύο, πέντε κι επτά χρονών. Σημαντικός προβληματισμός μου σχετικά με τη μετανάστευση υπήρξε εξ’αρχής η σχέση που αυτά θα διαμορφώσουν, καθώς θα περνά ο καιρός, με τη μητέρα-πατρίδα. Τι άραγε θα νιώθουν γι’ αυτήν αν μεγαλώσουν μέσα στην αμερικάνικη κουλτούρα, την τόσο διαφορετική απ’ την ελληνική; Πώς μπορώ να τα κάνω ν’ αγαπήσουν τη χώρα καταγωγής τους τόσο, ώστε να τη θεωρούν κομμάτι του εαυτού τους, τουλάχιστον ανάλογης βαρύτητας με τη χώρα στην οποία ζουν; Τα ερωτήματα τούτα δεν έχουν σταματήσει να με απασχολούν.

Για πολλούς με τους οποίους έχω συζητήσει σχετικά, αυτά τα θέματα δεν υφίστανται. Με θεωρούν υπερβολική που προβληματίζομαι σε τέτοιο βαθμό. Για εκείνους, τα πράγματα είναι απλά: Τα παιδιά θα γίνουν πολίτες του κόσμου – μέσα τους θα μπολιαστούν δημιουργικά τα στοιχεία της Ελλάδας με τα χαρακτηριστικά της καινούργιας, και όποιας επιπρόσθετης ενδεχόμενης μελλοντικής τους πατρίδας.

Ζηλεύω όσους ζουν ως μετανάστες και αντιμετωπίζουν το ζήτημα τόσο φυσικά. Γλυτώνουν από μεγάλο εσωτερικό πόνο. Μετά δε από πέντε χρόνια, έχω αρχίσει να σκέφτομαι ότι ίσως και να έχουν δίκιο. Εξ’ ανάγκης έχω ξεκινήσει να υπομένω την ιδέα, που αρχικά ξυπνούσε μέσα μου αποκλειστικά επανάσταση. Βλέπω σταθερά τα παιδιά μου να μιλάνε μεταξύ τους Aγγλικά, να ζουν και να σχολιάζουν καταστάσεις ξένες για μένα, να χαίρονται γιορτές με τις οποίες εγώ δεν νιώθω καμμία συνάφεια, να αποκτούν άγνωστες για μένα συνήθειες και να αγνοούν αυτές που βρίσκονται βαθιά μέσα μου χαραγμένες. Καταβάλλω διαρκή προσπάθεια όλα αυτά να μη μ’ενοχλούν τόσο. Εφόσον δεν μπορώ να τα πολεμήσω, χρειάζεται κάποια στιγμή να τα δεχτώ, δεν μπορεί να ζει κανείς συνεχώς σε μια κατάσταση άρνησης.

Σ’αυτό το γενικό πλαίσιο, απ’ την αρχή αναρωτιόμουν για τις εναλλακτικές μας όσον αφορά την εκμάθηση των Ελληνικών. Επιχείρησα την πρώτη χρονιά εγώ να κάνω μάθημα στα παιδιά, διαπίστωσα, όμως, στην πράξη ότι δεν ήταν καθόλου εύκολο, γιατί απαιτούσε σημαντική πειθαρχία. Με όλες τις δυσκολίες της προσαρμογής, το εγχείρημα σύντομα εγκαταλείφθηκε. Στην περιοχή μας υπάρχουν ελληνικές ενορίες στις οποίες λειτουργούν ελληνικά απογευματινά δημοτικά σχολεία, μία ή δύο φορές την εβδομάδα, κι έτσι τελικά επιλέξαμε αυτήν τη λύση για λίγα χρόνια.

Η μεγάλη μου κόρη το περασμένο καλοκαίρι τελείωσε το δημοτικό, κι αποφοίτησε απ’ το ελληνικό σχολείο. Βρέθηκα, λοιπόν, ξανά αντιμέτωπη με το αρχικό πρόβλημα, και μάλιστα τώρα πιο έντονο, εφόσον είναι μεγαλύτερη. Πώς θα συνεχίσει να μαθαίνει τα Ελληνικά που αντιστοιχούν στην ηλικία της; Έχω κάπως συμβιβαστεί με την ιδέα ότι, υπό τις παρούσες συνθήκες, δεν μπορεί να τα γνωρίζει τόσο καλά όσο αν ζούσαμε στην Ελλάδα, όμως δεν έχω εγκαταλείψει την επιθυμία να τ’αγαπήσει, να διαπιστώσει τον πλούτο τους και να τα χρησιμοποιεί όσο γίνεται σωστότερα και πιο άνετα. Και με τις άλλες γνώσεις στις οποίες έχει μεγάλο κενό; Ιστορία, Αρχαία, αρχαίους συγγραφείς, που τώρα ξεκινούν τα παιδιά στο γυμνάσιο; Είναι για μένα σημαντικό ν’ αποτελέσουν κομμάτι της διαμόρφωσης του εαυτού της. Δεν έμενε, λοιπόν, άλλη λύση από το να επιχειρήσω ξανά εγώ τη διδασκαλία στο σπίτι.

Το καλοκαίρι που βρισκόμασταν στην Ελλάδα για διακοπές, εξοπλίστηκα με βοηθήματα για τα μαθήματα στα οποία έδωσα προτεραιότητα: Νέα, Αρχαία, Ιστορία. Επίσης ανακάλυψα ότι όλα τα ελληνικά σχολικά βιβλία είναι προσβάσιμα στο διαδίκτυο (http://ebooks.edu.gr/new/), και μάλιστα συνοδευόμενα από το βιβλίο του καθηγητή. Επιστρατεύω, δε, στις επάλξεις ό,τι σχετικό βιβλίο μπορώ να βρω, δικό μου ή παιδικό, που να κυκλοφορεί στο σπίτι.

Έκθλιψη; Ποιητικό αίτιο; Χετταίοι; Από τα βάθη της παιδικής μνήμης ανασύρονται θραύσματα αραχνιασμένα που επιζητούν ξεσκόνισμα και συναρμολόγηση. Ομολογώ ότι το εγχείρημα είναι δύσκολο. Δεν είμαι φιλόλογος, και η κατάρτισή μου είναι ελλιπής για να διδάξω τέτοια θέματα. Χρειάζομαι χρονοβόρα προετοιμασία για κάθε μάθημα, αγκαλιά με τα βοηθήματα και τα βιβλία καθηγητή, εκεί που ώρα δεν περισσεύει. Όταν όμως απογοητεύομαι, αναλογίζομαι την εναλλακτική – αν το αφήσουμε, δεν θα γίνει τίποτε απολύτως. Μου δίνει, λοιπόν, θάρρος η σκέψη ότι όσο ελλιπές και να είναι αυτό που κάνουμε, είναι σίγουρα καλύτερο απ’ το καθόλου.

Με κάποια έκπληξη βλέπω ότι, πέρα από τη φυσική αγγαρεία που οποιοδήποτε μάθημα συνεπάγεται, η κόρη μου έχει διάθεση να μελετήσει – με τίποτα, για παράδειγμα, δεν περίμενα να ευχαριστιέται να μεταφράζει αρχαίο κείμενο, κι όμως συμβαίνει, είναι από τα μέρη του μαθήματος που της αρέσουν πιο πολύ! Επιπλέον, έχω σπαζοκεφαλιάσει αυτοσχεδιάζοντας να σκέφτομαι ιδέες που να προσδίδουν στο μάθημα ενδιαφέρον. Το διαδίκτυο έχει αποδειχθεί πολύ χρήσιμο – προσφέρει τεράστια ποσότητα πληροφορίας, αρκεί να υπάρχει χρόνος να τη διερευνήσει κανείς. Πολλοί Έλληνες φιλόλογοι διατηρούν σχετικά ιστολόγια, ενώ, εφόσον η κόρη μου μιλάει Αγγλικά, αξιοποιούμε πολύ το ΥouTube, στο οποίο υπάρχει αφθονία υλικού που δίνει ζωή στο αντικείμενο, ιδιαίτερα της Ιστορίας. Επιπρόσθετα, επειδή με την αρχαία Ελλάδα θα ασχοληθούν κάποια στιγμή και στο αμερικάνικο σχολείο, σε ιστότοπους όπου Αμερικάνοι καθηγητές μοιράζονται μεταξύ τους υλικό, όπως το https://www.teacherspayteachers.com, βρίσκει κανείς χρήσιμες συμπληρωματικές δραστηριότητες.

Δεν ξέρω τι ακριβώς θα καταφέρουμε. Ακόμη αμφιβάλλω για το αν θ’ αντέξουμε να κάνουμε μάθημα ολόκληρη τη χρονιά. Ούτε γνωρίζω αν το εγχείρημα θα έχει συνέχεια. Όσο η κόρη μου μεγαλώνει, τόσο το βάθος της απαιτούμενης γνώσης θα γίνεται μεγαλύτερο. Ο μεσαίος μου γιος τελειώνει κι αυτός φέτος το ελληνικό σχολείο, και πιθανώς του χρόνου να αναγκαστώ να εγκαταλείψω, μην μπορώντας να αντεπεξέλθω στις ανάγκες δύο «μαθητών» σε διαφορετικά επίπεδα. Όμως, στο μικρό διάστημα που το έχουμε επιχειρήσει, και για όσο το καταφέρουμε, αισθάνομαι ότι ο κόπος μας δεν πάει εντελώς χαμένος. Είπαμε, από το τίποτα, ό,τι και να πετύχουμε σίγουρα προσθέτει αξία.

Αν κάποιος νεομετανάστης αναγνώστης σκέφτεται να εφαρμόσει κάτι ανάλογο όμως διστάζει, η πρότασή μου είναι να το δοκιμάσει. Αποδεικνύεται περισσότερο εφικτό απ’ ό,τι φαντάζεται κανείς. Από την άλλη, αν υπάρχει κάποιος που διαθέτει πληροφορίες, υλικό ή διδακτικές συμβουλές να μου προσφέρει, θα τις δεχθώ με μεγάλη ευγνωμοσύνη!

Ιστολόγιο/καταγραφή της διαδικασίας που ακολουθούμε για το μάθημα βρίσκεται στο σύνδεσμο katoikonistoria.wordpress.com.

New Diaspora

Θέλει αρετή και τόλμη η αυτογνωσία

Για να μην ξεχνάμε και τα ψυχωφέλιμα, ακολουθεί το κείμενο που έγραψα αυτη τη φορά ως συνεισφορά στο διαδικτυακό ντοκιμαντέρ New Diaspora.

________________________________________________________________________

modern_ancient_greek

Πρόσφατα παρακολουθήσαμε στο ελληνικό σχολείο της τοπικής μας ενορίας τη λεγόμενη «Ημέρα των Ελληνικών Γραμμάτων». Είναι μια εκδήλωση που οργανώνεται στις ελληνοαμερικανικές κοινότητες με αφορμή τη γιορτή των Τριών Ιεραρχών, και ως σκοπό έχει, εκτός από την υπενθύμιση του θρησκευτικού χαρακτήρα του συγκεκριμένου εορτασμού, την προβολή της ελληνικής γλώσσας και του ελληνικού πολιτισμού. Κάθε τάξη προετοιμάζει ένα σύντομο πρόγραμμα με απαγγελίες, τραγούδια ή σκετς, στο πνεύμα των σχολικών γιορτών όπως τις γνωρίζουμε από την Ελλάδα, και με ποικιλία θεμάτων παρμένων από την ελληνική πολιτιστική παράδοση, αρχαιότερη ή νεότερη. Έτσι, ενδεικτικά, σε τέτοιες γιορτές έχουν παρουσιαστεί από αρχαία τραγωδία, Ελύτη και Θεοδωράκη έως Βουγιουκλάκη, Τσανακλίδου, Μάλαμα και κλασικά παιδικά τραγούδια.

Η όλη εκδήλωση αποτελεί μια ευκαιρία για να απολαύσουν οι παρευρισκόμενοι τα παιδιά τους να μιλούν Ελληνικά – εικόνα σπάνια πολλές φορές, μια που τα παιδιά συχνά αντιστέκονται και δε θέλουν να μιλήσουν Ελληνικά αν δεν τα πιέσει κανείς – καθώς και για να έρθουν οι μαθητές σε επαφή με στοιχεία του ελληνικού πολιτισμού, τα οποία αλλιώς δεν έχουν τη δυνατότητα να γνωρίσουν. Καθώς δίδαξα στο ελληνικό σχολείο για δύο σχολικές χρονιές, γνωρίζω από προσωπική εμπειρία πως οι δασκάλες δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους, και με πολλή αγάπη και μεράκι προετοιμάζουν την παρουσίαση της τάξης τους.

giorti_grammatwn

Τα συναισθήματά μου, ως γονέα-θεατή, κατά την παρακολούθηση της εν λόγω γιορτής, έχουν υπάρξει εξ’ αρχής ανάμικτα. Έχω γράψει για το θέμα κι άλλες φορές, όπως τότε που περιέγραφα την περσινή παρέλαση της 25ης Μαρτίου στη Νέα Υόρκη. Τον πρώτο μου καιρό στην Αμερική ένιωθα αποκλειστικά λύπη παρακολουθώντας τέτοιες εκδηλώσεις. Παρότι τώρα, εκ των πραγμάτων, την έχω κάπως δεχτεί, τότε δυσκολευόμουν να χωνέψω την εικόνα των παιδιών που, ενώ αισθάνονταν κυρίως ως Αμερικανάκια, ταυτιζόμενα, όπως είναι φυσικό, με την κουλτούρα μέσα στην οποία μεγαλώνουν, παιδεύονταν επί σκηνής, με τα σπασμένα τους Ελληνικά, να παρουσιάσουν κάτι που, κατ’ εμέ, τους ήταν σχεδόν εντελώς ξένο. Την ίδια στιγμή φανταζόμουν τα δικά μου παιδιά να βρίσκονται αργά ή γρήγορα στη θέση τους, κι ένιωθα βαθιά απογοήτευση στη σκέψη ότι, αν καταλήξουμε να μείνουμε εδώ για καιρό, ό,τι σηματοδοτεί την πολιτιστική μας καταγωγή, όσο και να προσπαθήσω, τελικά θα ξεθωριάσει και, καθώς θα προχωρούν οι γενιές, θα χαθεί. Το ερώτημα σταθερά παραμένει για μένα: Αν τελικά τα παιδιά μου μεγαλώσουν στην Αμερική, τι θα τους μείνει από την καταγωγή τους; Μάλλον μια αντίληψη τόσο σχετική με την ελληνική ουσία όσο τα πατατάκια Lays με γεύση Greek Gyro που έχω δει να κυκλοφορούν εδώ.

IMG_1046

Το ερώτημα μου φαίνεται ακόμη πιο φλέγον όταν συνδυαστεί με έναν επιπλέον, επίσης σταθερό μου, προβληματισμό. Έχω περάσει σημαντικό μέρος της ενήλικής μου ζωής προσπαθώντας να κατανοήσω ποια χαρακτηριστικά στοιχειοθετούν τη αξιόλογη όψη της σημερινής Ελλάδας. Υπό τις παρούσες συνθήκες, κατά τις οποίες φανερώνεται σχεδόν καθημερινά, με μικρές και μεγάλες αφορμές, το αρνητικό της πρόσωπο, συχνά δεν μπορώ, όσο κι αν διακαώς το επιθυμώ, να διακρίνω τη θετική της πλευρά  με σαφήνεια. Τα γνωστά τουριστικά κλισέ (ήλιος, θάλασσα, φυσική ομορφιά, ιστορική κληρονομιά και δημοτική παράδοση) σ’αυτή τη φάση δε με ικανοποιούν ως παράγοντες που μπορούν αποκλειστικά να ορίσουν  την αξία μας ως έθνους. Κι αυτό όχι γιατί τα ίδια δε διαθέτουν σπουδαιότητα, αλλά για το ακριβώς αντίθετο.

Αντί εμείς, οι σημερινοί Έλληνες, να παίρνουμε την αυταπόδεικτή τους αξία ως έναυσμα για δημιουργική αναζωογόνηση, ως αφετηρία προς την επιδίωξη ενός αξιόλογου σύγχρονου προσώπου, συχνά τα χρησιμοποιούμε απλώς για να καλύπτουμε τη ζοφερή μας εικόνα και να ματαιώνουμε οποιαδήποτε απόπειρα αυτοκριτικής ή αυτοβελτίωσης. Κρυβόμαστε πίσω από τα παρελθοντικά επιτεύγματα της φυλής μας, διαφημίζοντας σαν δικό μας το μεγαλείο τους στους γύρω μας, χωρίς να υποψιαζόμαστε το υπαρκτό ερώτημα: Εμείς, σήμερα, κατά πόσο είμαστε αντάξιοι του μεγαλείου αυτού; Αν επιχειρήσουμε να αποκριθούμε με ειλικρίνεια, η απάντηση νομίζω πως δε θα μας είναι ιδιαιτέρως ευχάριστη.

Θυμώνω, λοιπόν, όταν γίνομαι μάρτυρας αυτού του είδους της συμπεριφοράς, και στη φετινή Ημέρα των Ελληνικών Γραμμάτων είχα την ευκαιρία να τη διαπιστώσω και πάλι, με αφορμή το τραγούδι της Μελίνας Ασλανίδου «Με την Ελλάδα εγώ ξυπνάω και κοιμάμαι», που στη γιορτή το άκουσα για πρώτη φορά. Ψάχνοντας στη συνέχεια στο διαδίκτυο, ανακάλυψα ένα βίντεο/φωτογραφικό κολάζ με μουσική επένδυση το τραγούδι, που έγινε viral το φετινό καλοκαίρι, τις ημέρες του δημοψηφίσματος, και τώρα έχει συγκεντρώσει περίπου 1.400.000 θεατές.

Παραθέτω αποσπάσματα από τους στίχους, όπως τους βρήκα στο διαδίκτυο:

«Δε σε φοβάμαι […]
…έχω στα στήθια μου τους στίχους του Σεφέρη,
έχω του Γκάτσου την Αμοργό,
έχω τον Κάλβο, τον Σολωμό.
[…]
έχω έναν ήλιο φυλαχτό απ’ τη Βεργίνα,
έχω τον Όλυμπο, τον Υμηττό,
το Παλαμίδι, την κύρα της Ρω.
[…]
έχω μια θάλασσα αγάπες στο Αιγαίο,
έχω στην Κρήτη ένα Θεό,
ένα ακρωτήρι κι ένα σταυρό.
[…]
έχω ένα δέντρο στην Επίδαυρο φυτέψει,
έχω μια ορχήστρα κι ένα βωμό,
έχω το λόγο μου τον τραγικο.»

Ένα τέτοιο άκουσμα, τραγουδισμένο την παρούσα στιγμή της συνολικής εθνικής μας απελπισίας, υπό τους ήχους μουσικής που φέρνει στο νου σωρούς από γαρύφαλλα να πλημμυρίζουν δημοφιλή λαϊκή πίστα, προσωπικά μόνο στενοχώρια μου προκαλεί. Πόσοι μεταξύ μας είναι έστω και ελάχιστα αντάξιοι των όσων αναφέρονται στους στίχους, που τους διατυμπανίζουμε κιόλας, σαν τα επιτεύγματά τους να μας ανήκουν; Πόσοι, του εαυτού μου συμπεριλαμβανομένου, αν δεν είναι αντάξιοι, έχουν τουλάχιστον διαβάσει Σεφέρη, Γκάτσο, Κάλβο, Σολωμό, αρχαία τραγωδία, σε βάθος τέτοιο που να έχει ειλικρινά επηρεαστεί η ζωή τους, η σκέψη τους, οι επιλογές τους;

Δε λέω να μη νιώθουμε περήφανοι για την καταγωγή μας. Δε λέω πως δεν έχουμε ανάγκη το στήριγμά της στη σκοτεινή συγκυρία που διανύουμε. Ας μη ζούμε, όμως, και με αυταπάτες. Πρόσφατα διάβασα ένα κείμενο του Απόστολου Λακασά για τον πανεπιστημιακό Θεοδόση Τάσιο. Εκεί ο δημοσιογράφος παρατήρησε: «Εμείς πιστεύουμε πως είμαστε καλύτεροι από τους δυτικούς […] Αλλωστε, είμαστε απόγονοι του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού». Η απάντηση που έλαβε ήταν: «Ας τα αφήσουν αυτά τα ελληναράδικα. Μπορεί να ήταν απαραίτητα για την τόνωση της εθνικής μας ταυτότητας το 1800, αλλά τώρα; Εκμεταλλευόμαστε ένα κλέος στο οποίο δεν συνεργήσαμε.» Δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω. Μάλλον έχει έρθει ο καιρός να ανασκουμπωθούμε.

yasou1

New Diaspora

Πατριωτόμετρο

Σας ετοιμάζω και χριστουγεννιάτικο θέμα, όμως o ελεύθερος χρόνος περιορισμένος. Γι’ αυτό, προς το παρόν, σας προσφέρω το κείμενο που έγραψα αυτή τη φορά για το New Diaspora.

______________________________________________________

patriotometer1

Τον τελευταίο καιρό πέφτω συχνά πάνω σε άρθρα που υπερασπίζονται τους Έλληνες νεομετανάστες, όπως ενδεικτικά αυτό. Σημαντική αντίθεση σε σχέση με όσα διάβαζα όταν πρωτομετακόμισα στην Αμερική, κοντά τέσσερα χρόνια τώρα, οπότε το κύριο μοτίβο φαινόταν να περιστρέφεται γύρω από την αγανακτισμένη φράση «η Ελλάδα έχει τελειώσει για μένα, δεν αξίζει πια ούτε για διακοπές». Σαν ξαφνικά η νεομεταναστευτική κοινότητα, που πρώτα έδειχνε στην πλειοψηφία της να ξεχνά πως η Ελλάδα ακόμη έχει και θετική όψη, και αφού κουράστηκε να δέχεται σχόλια του τύπου «οι νεομετανάστες πρόδωσαν την Ελλάδα», τώρα να έχει περάσει στην αντεπίθεση. «Μη μας αποκαλείτε βολεμένους, κι εμείς περνάμε δύσκολα, απλώς εσείς δεν μπορείτε να το καταλάβετε» ή «Μη μας λέτε προδότες, αγαπάμε την Ελλάδα και γι’ αυτό φύγαμε, η κατάντια της μας πληγώνει».

Έχω ξαναγράψει στο New Diaspora τη γνώμη μου για το θέμα, υποστηρίζοντας ότι η αλήθεια δε βρίσκεται ποτέ σε απόλυτους αφορισμούς. Όπως τίποτε στη ζωή δεν είναι άσπρο ή μαύρο, έτσι και η νεομετανάστευση είναι μια πολυπαραγοντική συνθήκη, με προσωπικό χαρακτήρα, που δε χωράει σε γενικεύσεις ή σε φράσεις-κλισέ. Η εμπειρία της νεομετανάστευσης είναι ξεχωριστή για τον καθένα που την έχει βιώσει κι εξαρτάται απ’ το γιατί, το πότε και το πώς έφυγε, καθώς και απ’ το πού πήγε, τι βρήκε εκεί και πώς ενσωματώθηκε ή όχι στο νέο του περιβάλλον. Γι’ αυτό ειλικρινά θυμώνω κάθε φορά που διαβάζω ανάλογους διαδικτυακούς καυγάδες, που πάντα αφήνουν απ’ έξω κάποιο κομμάτι της πολύπλοκης τούτης πραγματικότητας.

Έφυγα από την Ελλάδα το 2012 γιατί ο σύζυγός μου, παρά τις υπερεντατικές του προσπάθειες, είχε βρεθεί άνεργος για ενάμιση χρόνο χωρίς να του έχει παρουσιαστεί κάποια προοπτική. Η μετακίνησή μας προχώρησε παρά το γεγονός ότι στο παρελθόν, επιστρέφοντας στην Ελλάδα μετά από κάποια χρόνια στο εξωτερικό, είχα αποφασίσει συνειδητά να μη ζήσω ποτέ ξανά μακριά της. Και εκείνος, που βρέθηκε, μεσήλικος, σε ξένη χώρα, να ξεκινά απ’ το μηδέν σε ένα απίστευτα ανταγωνιστικό περιβάλλον, και με την ευθύνη της συντήρησης μιας πενταμελούς οικογένειας στους ώμους του, και εγώ, που προσγειώθηκα στο άγνωστο με μικρά παιδιά να φροντίσω, μακριά από το εγκατεστημένο μου δίχτυ ασφαλείας, περάσαμε ένα μεγάλο διάστημα σφραγισμένο με αγωνία και τεράστια ένταση.

Για να μπορέσω να ισορροπήσω στην καινούργια μου κατάσταση, που ερχόταν σε πλήρη αντίθεση μ’αυτό που πραγματικά επιθυμούσα, πέρασαν κυριολεκτικά χρόνια. Ήμασταν οι πρώτοι από τον άμεσο κύκλο μας που έφυγαν και οι περισσότεροι φίλοι μας βρίσκονται ακόμη στην Ελλάδα. Για μήνες ατελείωτους τους σκεφτόμουν και δεν μπορούσα να χωνέψω γιατί εγώ, που η ζωή μακριά απ’ την πατρίδα μού φαινόταν ασυμβίβαστη με την έννοια της ύπαρξης, είχα αναγκαστεί να μεταναστεύσω, ενώ οι άλλοι, που το να φύγουν δεν το έβρισκαν και τόσο φοβερό, είχαν ακόμη τη δυνατότητα να είναι εκεί.

Στο μεταξύ, ο πανδαμάτωρ χρόνος ακολουθούσε μυστικά την πορεία του. Οι καταστάσεις στην Ελλάδα εξελίσσονταν ερήμην μου. Το φετινό καλοκαίρι, στις διακοπές, υπήρξα ταυτόχρονα αυτόπτης μάρτυρας της τρομακτικής έντασης που επικρατούσε στη χώρα και μοναδικός πελάτης, στις ατελείωτες ουρές των ΑΤΜ, που μπορούσε να κάνει ημερήσια ανάληψη μεγαλύτερη από 60 Ευρώ. Η μακρόχρονη απουσία και οι αλλαγμένες περιστάσεις είχαν πλέον υψώσει εμπόδια στην πλήρη ταύτισή μου με το γύρω περιβάλλον, αυτό που ακόμη και τώρα με ορίζει. Το αίσθημα, πιστέψτε με, πονάει, ίσως τόσο όσο το να βλέπεις τα παιδιά σου να μεγαλώνουν τιμώντας διαφορετική πατρίδα, μιλώντας άλλη γλώσσα, αποκτώντας παραστάσεις, προτεραιότητες και συνήθειες που ανήκουν σ’εναν κόσμο αλλότριο απ’ αυτόν που εσύ αγαπάς.

nyc

Επιστρέφοντας στην Αμερική το φετινό φθινόπωρο, διαπίστωσα ότι, μάλλον για πρώτη φορά, αυτή τη στιγμή μπορώ κι εδώ να βιώνω στιγμές χαράς, όσο κι αν ακόμη λαχταρώ να βρισκόμουν πίσω στην Ελλάδα. Επίσης ένιωσα μεγάλη ευγνωμοσύνη για το ότι, με τη μετανάστευση, μου δόθηκε η δυνατότητα να ξεφύγω από την αβεβαιότητα που θα αισθανόμουν τώρα, όπως έχουν εξελιχθεί τα πράγματα, αν ήμουν ακόμη εκεί. Τέλος, παρότι δεν την επιθυμούσα, προσλαμβάνω τελικά την ευκαιρία που μου δόθηκε, να ζυμωθώ με μια εν πολλοίς αντίθετη προς τα δικά μου πιστεύω κουλτούρα, ως εσωτερικό πλούτο. Θα επέστρεφα στην Ελλάδα αύριο αν μπορούσα. Αυτό δεν έχει αλλάξει για μένα. Όμως είμαι ειλικρινά ευγνώμων γι’ αυτό που τώρα ζω, κι ελπίζω – μάταια λένε πολλοί – να μην αργήσει η ώρα του γυρισμού.

Αυτή είναι περιληπτικά η δική μου ιστορία νεομετανάστευσης έως εδώ. Ποιος μπορεί να την ονομάσει, με το χέρι στην καρδιά, και χωρίς να παραλείψει κάποιο κομμάτι της, μαύρη ή άσπρη; Ποιος θα με πει μόνο προδότρια, βολεμένη, πατριώτισσα ή θύμα και θα λέει ολόκληρη την αλήθεια; Ο καθένας απ’ αυτούς τους χαρακτηρισμούς ταιριάζει με στοιχεία της νεομεταναστευτικής μου πορείας, χωρίς κανείς να την περιγράφει αποκλειστικά.

Επιπλέον, ποιος και με ποιο κριτήριο θα μετρήσει το ζόρι που πέρασα και ακόμη περνάω και θα το αντιπαραβάλει μ’αυτό που ζουν οι άλλοι στην Ελλάδα; Ασφαλώς η κατάστασή μου εδώ μ’έχει ψυχικά πιέσει, και η πίεση τούτη για μένα έχει υπόσταση, όμως πώς μπορεί αυτή να συσχετιστεί με τη βιοποριστική αγωνία των αυξανομένων ανέργων, των απόρων συνταξιούχων, των κλιμακούμενα απελπισμένων που άφησα πίσω; Πώς μπορώ εγώ απ’ έξω να καταλάβω τις δυσκολίες που εκείνοι περνούν και, αντίστροφα, πώς μπορούν εκείνοι να αισθανθούν όσες προκλήσεις βιώνω εγώ σ’έναν αλλιώτικο κόσμο; Είναι τελικά εφικτή μια τέτοια σύγκριση, ανάμεσα σε τόσο ανόμοιες, ανισοβαρείς και πολυδιάστατες πραγματικότητες, που προϋποθέτουν για την κατανόησή τους βιωματική εμπειρία; Προσωπικά νομίζω πως όχι.

Ας μαζέψουμε, λοιπόν, όλοι τα σπαθιά στα θηκάρια κι ας παραμερίσουμε το βολεψόμετρο και το πατριωτόμετρο. Στη δεινή θέση που έχει περιέλθει τώρα η χώρα μας, δε μου φαίνεται να έχουν κάποια χρησιμότητα. Αυτό που πιστεύω ότι έχει αξία, όταν προσπαθούμε να αποτιμήσουμε το φαινόμενο της νεομετανάστευσης, είναι η κατανόηση των συνθηκών που την κατέστησαν αναγκαία. Και κάτι μάλλον ακόμη πιο σπουδαίο. Η διερεύνηση των τρόπων με τους οποίους τώρα, υπό τις παρούσες συνθήκες, μπορεί κανείς, με τα δικά του προσωπικά δεδομένα, να συνεισφέρει στην ανάκαμψη της αγαπημένης μας πατρίδας. Το αν η θέση του είναι μέσα ή έξω από τα φυσικά σύνορά της δε βρίσκω να έχει καμιά σημασία.

_____________________________________________________

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο διαδικτυακό ντοκιμαντέρ New Diaspora. Θερμές ευχαριστίες.

New Diaspora

Επίσης, την επόμενη μέρα, αναδημοσιεύτηκε στο ειδησεογραφικό web site News247. Θερμές ευχαριστίες επίσης.

My big fat Greek Fest

Τσίπρας στην Αμερική, όλο σχόλια διαβάζω στο διαδίκτυο, κι αναπόφευκτα πάλι το γνωστό θέμα τριγυρνάει στο μυαλό μου, έχετε κουραστεί να τ’ ακούτε – ποιοι είμαστε, ποια εικόνα δίνουμε στους άλλους αλλά και στους εαυτούς μας κλπ. κλπ. (Παρεπιπτόντως, πετύχατε τη θεϊκή φράση που κυκλοφορεί ως δική του ατάκα; “…And from here, my woman Pidgeon“. Γελάσαμε πάρα πολύ).

Πάλι σ’αυτό το μοτίβο, λοιπόν, έγραψα κι αυτή τη φορά για το διαδικτυακό ντοκιμαντέρ New Diaspora. Παραθέτω την ανάρτηση για όποιον δεν βαρέθηκε ακόμη.

_________________________________________________________________________

t_shirtΟι ελληνοαμερικανικές κοινότητες της παλαιότερης κυρίως διασποράς συχνά συσπειρώνονται γύρω από κάποια ελληνική Ορθόδοξη εκκλησία. Οι εκκλησίες αυτές, εκτός από την επιτέλεση των σχετικών με τη λατρεία εκδηλώσεων, αναλαμβάνουν και το ρόλο του σημείου συνάντησης και κοινωνικοποίησης των ελληνικής καταγωγής μελών τους, καθώς οργανώνουν ελληνικό σχολείο και πολλές άλλες δραστηριότητες για τα παιδιά και τους νέους, όπως πρωταθλήματα, παραδοσιακούς χορούς, διαγωνισμούς υποκριτικής και καλλιτεχνικών ή καλοκαιρινές εξορμήσεις νεανικών ομάδων στην Ελλάδα. Είναι το μέρος όπου οι Ελληνοαμερικάνοι βρίσκονται συστηματικά όλοι μαζί και ο τρόπος ώστε τα παιδιά και τα εγγόνια τους να γνωριστούν και να κάνουν παρέα μεταξύ τους, με απώτερο σκοπό να διατηρηθεί η έννοια της κοινότητας και ο ελληνικός της χαρακτήρας. Για πολλούς Ελληνοαμερικάνους δεύτερης και τρίτης γενιάς, είναι ο μοναδικός δεσμός με την Ελλάδα, τα έθιμα, τις παραδόσεις και την κοσμοαντίληψη των κατοίκων της.

Οι εκκλησίες αυτές στηρίζονται οικονομικά στις συνεισφορές των μελών τους, ενώ μια επιπρόσθετη, πολύ σημαντική, πηγή εισοδήματος αποτελεί η οργάνωση μιας ετήσιας γιορτής, του λεγόμενου “Greek Festival” ή, συντομότερα, Greek Fest. Κάθε εκκλησία διοργανώνει το δικό της φεστιβάλ, το οποίο συνήθως διαρκεί τρεις ή τέσσερις μέρες, και υποστηρίζεται αποκλειστικά από εθελοντική και πολύ κοπιαστική εργασία των μελών της κοινότητας.

foodΗ εκκλησία της περιοχής μας, στην κοινότητα της οποίας και συμμετέχουμε οικογενειακώς από τότε που βρεθήκαμε νεο-μετανάστες στην προαστιακή Αμερική εδώ και τέσσερα χρόνια, είχε πριν λίγο καιρό το δικό της πανηγύρι. Όπως και η παρέλαση της Νέας Υόρκης, για την οποία είχα γράψει παλιότερα στο New Diaspora, έτσι και το Greek Fest μου δημιουργεί κάθε φορά αντικρουόμενα συναισθήματα. Η ειλικρινής και διαρκής ευγνωμοσύνη μου για την παρουσία αυτής της κοινότητας, στην οποία έχω βρει καταφύγιο από την υπαρξιακή αναστάτωση που ακόμη και τώρα μου προκαλεί η απομάκρυνση από την πατρίδα, καθώς και η διαπίστωση ότι οι Ελληνοαμερικάνοι αγαπούν βαθιά ό,τι αισθάνονται ελληνικό, δεν μπορούν να αναιρέσουν το αίσθημα μουδιάσματος που νιώθω κάθε φορά που συμμετέχω σε τέτοιου είδους εκδηλώσεις, οι οποίες κάλλιστα θ’ αποτελούσαν πλάνα της ταινίας “My Big Fat Greek Wedding”.

Με μουσική υπόκρουση που θυμίζει μπουζούκια ή πανηγύρι σε ελληνική επαρχία, οι επισκέπτες του Fest μπορούν να απολαύσουν, εκτός από τα αναμενόμενα σουβλάκι και γύρο, πιάτα όπως γεμιστά, παστίτσιο και μουσακά, αλλά και ελληνοαμερικανικά υβρίδια, όπως Greek Fries (προτηγανισμένες πατάτες τηγανιτές με τριμμένη φέτα και ρίγανη) ή Loukouma Sundae (λουκουμάδες σε μπωλάκι σκεπασμένοι με παγωτό βανίλια, το συναντήσαμε σε άλλο Greek Fest). Όλα τα φαγητά παρασκευάζονται με πολλή αγάπη από τα μέλη της εκκλησίας, ο χαρακτήρας τους όμως δεν παύει να φέρνει στο νου τις τουριστικές ταβέρνες στην Πλάκα. Εξαίρεση τα γλυκά, σιροπιαστά, κουραμπιέδες, μελομακάρονα και λουκουμάδες, που με φροντίδα παρασκευάζουν επί μέρες οι κυρίες της κοινότητας, και τα οποία πλησιάζουν αυτό που θα περίμενε να βρει κάποιος και στο σπίτι του. Στη συνέχεια, οι επισκέπτες, αφού πιουν τον καφέ τους, διαλέγοντας μεταξύ φραπέ κι ελληνικού, μπορούν να περιηγηθούν ανάμεσα σε πάγκους μικροπωλητών με προϊόντα όπως ελαιόλαδα, απομιμήσεις αρχαίων αντικειμένων, κοσμήματα με σταυρούς και «μάτια» ή μπλουζάκια, εικόνα και πάλι αντίστοιχη μ’ αυτήν που συναντά κανείς στα τουριστικά μέρη στην Ελλάδα. Τέλος, έχουν την ευκαιρία να διασκεδάσουν χορεύοντας οι ίδιοι ή παρακολουθώντας παράσταση από τις χορευτικές ομάδες των παιδιών και των νέων, τις οποίες με χαρά βρήκα εντυπωσιακά καλές.

greek_fries

pastries

coffee

replicasjewelryΔιατηρώντας προσωπικό ιστολόγιο από τον πρώτο χρόνο μου εδώ, έχω δεχθεί πλέον αρκετά email για πρακτικές συμβουλές από νέους Έλληνες που, απόλυτα απογοητευμένοι, επιθυμούν διακαώς να εγκαταλείψουν την Ελλάδα για την Αμερική. Το φετινό καλοκαίρι που πέρασα στην Αθήνα μου έδωσε μια δυνατή εικόνα της ζοφερής κατάστασης που επικρατεί τώρα στην ελληνική πραγματικότητα. Οι αδιέξοδες πολιτικοοικονομικές εξελίξεις έχουν εντείνει στο έπακρο το αίσθημα τέλματος και ανασφάλειας, δημιουργώντας πλέον μια ατμόσφαιρα, σύμφωνα με χαρακτηρισμό φίλων, τοξική.

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, αισθάνομαι επιτακτικότερη από ποτέ την ανάγκη επαναπροσδιορισμού της συλλογικής μας ταυτότητας. Ποιοι είμαστε τελικά; Πώς θα επιβιώσουμε μέσα από τη δοκιμασία που περνάμε; Ποια στοιχεία μας είναι αυτά που θα στηρίξουν την αντίστασή μας σ’έναν κόσμο που οι δυναμικές του τροποποιούνται, σε μια Ευρώπη που, και με τη δική μας συνέργεια, μας έχει πλέον στο χέρι; Φοβάμαι ότι τα στερεότυπα Παρθενώνας+τσολιάς+«Ωραίος ως Έλλην» αγκαλιά με souvlaki, tzatziki, syrtaki ανήκουν σε μια άλλη εποχή, δεν είναι πια αρκετά για να μας κρατήσουν. Ακούγομαι εντελώς σαν πολιτικός, όμως χρειαζόμαστε ίσως μια εικόνα διαφορετική, που, με γερό θεμέλιο στα στοιχεία που για εκατοντάδες χρόνια αποτελούν την ιδιοσυστασία μας (ποια είναι αυτά ακριβώς άραγε;), θα μας σπρώξει προς μια νέα σύγχρονη προοπτική.

Αυτές οι σκέψεις με απασχολούν όταν συμμετέχω κι εγώ βοηθώντας στο Greek Fest, παρότι απολαμβάνω ειλικρινά τη συντροφιά των ανθρώπων που έχω πια αγαπήσει, κι ενώ αναγνωρίζω ότι, με μεγάλο κέφι και γνήσια περηφάνια για ό,τι αισθάνονται ελληνικό, δίνουν τον εαυτό τους για την επιτυχία της εκδήλωσης. Τούτα αναλογίζομαι, παρά το γεγονός ότι οι Αμερικανοί επισκέπτες, που δε γνωρίζουν τίποτε άλλο από την Ελλάδα, ευχαριστιούνται την όλη εμπειρία και περνάνε και καλά. Πόσο θα ήθελα να είχαμε κι άλλα να τους δείξουμε, πολύ περισσότερα να τους πούμε… Αυτά, τα κρυμμένα, που κι εμείς οι ίδιοι πια δεν γνωρίζουμε, αυτά που, εδώ και καιρό, παραζαλισμένοι ανάμεσα στις άγνωστες λέξεις της οικονομικής ορολογίας που μας περιστοιχίζουν καθημερινά, δείχνουμε πλέον να τα έχουμε χάσει.

_________________________________________________________

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο διαδικτυακό ντοκιμαντέρ New Diaspora. Θερμές ευχαριστίες.

New Diaspora

«Δίνει χαρτονομίσματα των είκοσι Ευρώ;»

Μέχρι τώρα έλεγα ότι, όταν έρχομαι στην Ελλάδα, δεν υπάρχει λόγος να γράφω στο διαδίκτυο, αφού, όσο βρίσκομαι εδώ, η επαφή μου με το περιβάλλον δεν είναι πια ατελής. Να που η πραγματικότητα με διέψευσε. Αυτά που γράφω σήμερα συνοδεύονται από ευχαριστίες. Στην αγαπημένη μου Λένα, που στα λόγια της καθρεφτίστηκε η όψη αυτού που νιώθω, και, με ευγνωμοσύνη, στον Αλκίνοο, που, προσφέροντας στη συναυλία τον εαυτό του, ψαλίδισε παροδικά το συρματόπλεγμα και, έστω και για δυo ώρες, πέρασε από μέσα του σχοινί να με τραβήξει.

________________________________________________________

clouds

Είναι το τρίτο καλοκαίρι που περνάω στην Ελλάδα ως επισκέπτρια. Παρουσία παροδική, με προκαθορισμένη ημερομηνία λήξης. Κάθε αναμονή φέτος στην ουρά του ΑΤΜ μου το υπενθυμίζει, καθώς ο περιορισμός που ισχύει για όλους στις χρηματικές αναλήψεις δεν ισχύει για μένα, κάτοικο εξωτερικού πλέον. Χαρτονομίσματα των είκοσι ή των πενήντα Ευρώ; Έχουν διαφορά. Αν το μηχάνημα διαθέτει εικοσάευρα, έχει κανείς τη δυνατότητα να παραλάβει ολόκληρο το επιτρεπόμενο ημερήσιο ποσό των εξήντα Ευρώ. Αποκλειστικά με πενηντάευρα, όμως, όχι. «Πώς μπορώ να έχω θέση εδώ, όταν δε ζω όσα δύσκολα, όσα απαιτητικά περνάνε οι άλλοι;» Μπορεί να μη διακρίνεται εξωτερικά, το ερώτημα όμως είναι εκεί και διαρκώς μου δαγκώνει τη φτέρνα.

Μετεωρίτης, λοιπόν, που προσγειώνεται από μια άλλη πραγματικότητα σ’αυτό που, όχι τόσο παλιότερα, ήταν η μοναδική, σταθερή μου αλήθεια. Αναρωτιέμαι. Μετά από περισσότερα χρόνια απουσίας, θα συνεχίζει να μου είναι απαραίτητος ο πάγος που, κάθε φορά που λείπω, ορμάει να μπλοκάρει το συναίσθημα; Άραγε, σε ποια κατάσταση θα δώσει κάποτε τη θέση του ο διχασμός;

Ανήκω εδώ, το αισθάνομαι, το βλέπω γύρω μου κάθε στιγμή. Το παρελθόν μου, η ύπαρξή μου, βρίσκονται ανεξίτηλα χαραγμένα όπου στραφώ – στα τοπία, στα κτήρια, στις λέξεις, στις γεύσεις, στα ακούσματα, στις μυρωδιές, στα αντικείμενα, στ’αγαπημένα πρόσωπα. Όμως δεν είμαι πλήρως εδώ. Σαν να ίπταμαι σ’ ένα ασαφές, νεφελώδες στερέωμα, σε κάποια απόσταση απ’ τους υπόλοιπους. Σαν να μας χωρίζει ένα διαφανές συρματόπλεγμα, που με απομονώνει, χωρίς να το επιθυμώ, στη δική μου περιοχή.

Είναι λογικό. Το εδώ έχει γίνει για μένα παρένθεση, ενώ για τους άλλους παραμένει συνεχής διαδρομή. Πάνε τώρα τρία χρόνια που έχω κληθεί να λειτουργήσω σ’ ένα διαφορετικό κόσμο, με τις δικές του προκλήσεις, αλλού, μακριά τους. Όσο και να το πολεμήσω, κάποιες στιγμές οι παρούσες αγωνίες τους με αγγίζουν απλώς ακαδημαϊκά. Όσο και να μην το θέλουν, κάποιες στιγμές η οπτική τους δεν μπορεί να περιλάβει τις δικές μου αγωνίες, αυτές του καινούργιου μου παρόντος.

Τα περασμένα καλοκαίρια, μια-δυο βδομάδες αρκούσαν για να γίνει και πάλι πλήρης η ταύτισή μου με το περιβάλλον. Φέτος, όμως, όχι. Είμαι ήδη ένα μήνα εδώ και, παρότι η ισχύς του μειώθηκε, ο μετεωρισμός δε λέει να μ’ αφήσει. Το πήρα πλέον απόφαση ότι μάλλον παρέα θα ξεκαλοκαιριάσουμε.

Πέρα από το χρόνο της απουσίας μου, πέρα απ΄ το ότι η εμπειρία του αποχωρισμού που με περιμένει στο τέλος του θέρους έχει, με την επανάληψη, καταγραφεί, ώστε να μ’εμποδίζει να χαλαρώσω, νομίζω ότι τούτο συμβαίνει και γιατί το φετινό καλοκαίρι είναι αλλιώς. Το κλίμα διαφορετικό απ’ αυτό που άφησα φεύγοντας. Διαπιστώνω πως όσα μεσολάβησαν στην Ελλάδα τους μήνες που έλειπα έχτισαν μια πρωτόγνωρης έντασης ατμόσφαιρα ανασφάλειας. Η έκπληξή μου για τη ζοφερή εικόνα που αντίκρυσα όταν πρωτοήρθα τον Ιούνιο, αμέσως πριν το δημοψήφισμα, αποσυντονιστική. Πρόσωπα τεντωμένα. Αισθήματα μουδιασμένα. «Δεν αντέχουμε άλλο την αβεβαιότητα», το προσλαμβάνω διαρκώς απ’ όλες τις κατευθύνσεις. Όλοι καρφωμένοι στην ατέρμονη ροή μιας επικαιρότητας που δεν οδηγεί πουθενά. Σαν ο χρόνος να κυλά σε αργή κίνηση, καθώς προχωρά προς κάποιο απειλητικό τέλος το οποίο δεν καταφθάνει. Σαν να επικρατεί η νηνεμία πριν την επικείμενη καταστροφή, που όλοι την οσμίζονται και κανείς δεν τη βλέπει.

Πολύ θα ήθελα να κλείσω με κάποιο ψυχωφέλιμο δίδαγμα, αλλά τέτοιο σήμερα δε διαθέτω. Απλώς καταγράφω, λοιπόν. Όσο συνεχίζω να βρίσκομαι εδώ, υπάρχουν ώρες που λιώνει στον πάγο μια σχισμή, και από εκεί σταλάζει σταγόνα-σταγόνα το αίσθημα της έντασης και της ρευστότητας που επικρατεί γύρω. Ακούγεται εγωιστικό, αλλά είμαι ευγνώμων γι’ αυτές τις σχισμές. Όταν φύγω, το ξέρω πια από εμπειρία πως, όσο κι αν αντισταθώ, γρήγορα θα επουλωθούν – και η επούλωση τούτη πονάει.

Για τώρα, όμως, είμαι εδώ. Για τώρα, καταλαβαίνω. Για τώρα, νιώθω κι εγώ, και εύχομαι και, παρά τις ενδείξεις, ελπίζω. Όπως άλλωστε και όλοι εσείς στην ουρά – όλοι εμείς, που, για τώρα τουλάχιστον, πατάμε την ίδια γη, αυτήν της κοινής μας πατρίδας.

_________________________________________________________

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο διαδικτυακό ντοκιμαντέρ New Diaspora. Θερμές ευχαριστίες.

New Diaspora

 

Τη μάνητα, θεά, τραγούδα μας του ξακουστού Achilles…

homerΣας έχω γράψει στο παρελθόν διάφορα στιγμιότυπα από τον αυτοσχεδιασμό μου τα τελευταία δύο χρόνια ως δασκάλα στο ελληνικό σχολείο της περιοχής μας. Ο κύκλος έκλεισε για τώρα και θα αποχαιρετήσω τη θέση αυτή από του χρόνου. Ήταν μια ιδιαίτερα πλούσια εμπειρία, με πολλές προκλήσεις αλλά και ανταμοιβές.

Όπως έχω ξαναπεί εδώ, τα παιδιά του σχολείου, μετανάστες δεύτερης και τρίτης γενιάς τα περισσότερα, συχνά κι από μικτούς γάμους, που δε μιλούν στο σπίτι Ελληνικά, καλούνται, κουρασμένα μετά από μια υπερφορτωμένη σχολική μέρα, να μελετήσουν μια γλώσσα που, εκτός από περίπλοκη, τους φαίνεται και άχρηστη, καθώς κι έναν πολιτισμό που είναι εν μέρει ξένος γι’ αυτά, και την αξία του οποίου, στη νεαρή τους ηλικία, δεν μπορούν ν’ αντιληφθούν. Είναι λογικό, λοιπόν, το κέφι για μάθημα να είναι μειωμένο. Ακόμη περισσότερο των τελειόφοιτων μαθητών μου, ηλικίας δώδεκα και δεκατριών ετών, που σε λίγες μέρες θα αφήσουν πίσω τους οριστικά το ελληνικό σχολείο. Για μένα, που αισθανόμουν την ιδιότητα της δασκάλας ως μέσο για να κρατήσω ζωντανή την Ελλάδα που έχω μέσα μου, αυτήν που τόσο μου έχει λείψει, η συγκεκριμένη συνθήκη συνδυάστηκε με αρκετή ένταση και διαρκή έρευνα για δημιουργικούς τρόπους ώστε να τους τραβήξω το ενδιαφέρον.

Για μια τέτοια προσπάθεια έγραψα αυτό το μήνα στο διαδικτυακό ντοκιμαντέρ “New Diaspora”. Το κείμενο που τους έδωσα περιορίστηκε για πρακτικούς λόγους στις 650 λέξεις περίπου. Διαθέτω, όμως, και μακροσκελέστερη και πιο ενδοσκοπική εκδοχή, που έγραψα με γνώμονα εσάς, και παραθέτω παρακάτω. Διαλέγετε και παίρνετε.

_______________________________________________________________________

Τα φώτα έσβησαν και η μουσική των τίτλων ξεκίνησε. Στην αίθουσα απλώθηκε το θρόισμα που προέρχεται από δάχτυλα που ψαχουλεύουν μέσα σε κουτιά με τραγανό περιεχόμενο. Το άρωμα του ποπκόρν σκορπίστηκε στην ατμόσφαιρα, κι εγώ έριξα ένα αφηρημένο βλέμμα στην αφίσα με τις εννέα Μούσες που στόλιζε τον τοίχο απέναντί μου.

Τώρα που η αποφοίτηση πλησιάζει και το μαθητικό μυαλό αδυνατεί να περιοριστεί σε τέσσερις τοίχους και σ’ ένα τετράδιο, δοκίμασα χωρίς επιτυχία πολλές ιδέες για να τραβήξω την προσοχή των μαθητών μου, καταφέρνοντας μόνο να εντείνω την κόντρα μεταξύ μας, ενώ τα παιδιά σταδιακά εκδήλωναν όλο και λιγότερη διάθεση για σοβαρό μάθημα. Ενώ ήμουν πολύ απογοητευμένη, μου ήρθε μια ξαφνική έμπνευση. Εμφανίστηκα στην τάξη εφοδιασμένη με DVD της ταινίας “Troy” (μεταφορά της Ιλιάδας στη μεγάλη οθόνη) και επιπλέον με γιγαντιαία συσκευασία ποπκόρν και με χάρτινα κουτιά σαν κι αυτά μέσα στα οποια το πουλάνε στο σινεμά, όπου και τους το μοίρασα. Έτσι, για τα επόμενα μαθήματα, η τάξη μας μετατράπηκε σε μια διασταύρωση ανάμεσα σε σχολικό χώρο και αίθουσα προβολής blockbuster.

“Μα πού είμαι;… τι κάνω εδώ;…” – η γνωστή πλέον ερώτηση ξεπετάχτηκε πάλι καθώς παρακολουθούσα τις πρώτες σκηνές. Η καθημερινότητα στην ξένη χώρα έχει υπάρξει για μένα γεμάτη από ανάλογα στιγμιότυπα μετεωρισμού. Μετά από τρία χρόνια, διαπιστώνω ότι, βιώνοντάς τα, έχει κανείς δυο δρόμους: Είτε να αποκομίσει αποκλειστικά και μόνο αίσθημα κενού (το έχω γνωρίσει πολύ καλά, για μεγάλο διάστημα, το ξέρετε κι εσείς που με διαβάζετε), είτε να ζήσει κάποιου βαθμού ανατροπή των στοιχείων που μέχρι τότε νόμιζε ότι τον ορίζουν. Το δεύτερο, αν και από μια οπτική ασυνεπές, κάνει σίγουρα τη ζωή να φαντάζει πιο ευέλικτη και πιο αισιόδοξη.

Έτσι λοιπόν κι εγώ, λιγωμένη από νοσταλγία για τα γυμνασιακά μου χρόνια, στα οποία για ολόκληρες σχολικές χρονιές διυλίζαμε και το “και” της κάθε φράσης στον Όμηρο, βρέθηκα να παρακολουθώ από έδρας την Ιλιάδα στ’ Αγγλικά, σε ένα μίγμα αισθητικής Hollywood/ηλεκτρονικού. Ήταν και για μένα, όπως και για τους μαθητές, η πρώτη φορά, αφού από επιλογή δεν είχα θελήσει να δω την ταινία όταν κυκλοφόρησε, την εποχή που ακόμη ζούσα στην Αθήνα. Παρατηρούσα τον Αχιλλέα/Brad Pitt, με τα οξυζεναρισμένα του μαλλιά, τα καλογυαλισμένα του ποντίκια και την απόλυτα αμερικάνικη προφορά του, και δε γινόταν να μην κυριευτώ από αποστροφή για τη βεβήλωση του ιδανικού που μέχρι εκείνη τη στιγμή υπήρχε μέσα μου. Την ίδια ώρα, δεν μπορούσα να αρνηθώ πόση απήχηση είχε το θέαμα στους μαθητές μου, πόσο ζωντανό γινόταν γι’ αυτούς το αντικείμενο, κι αν θέλω να είμαι ειλικρινής, και για μένα, παρά την προαναφερθείσα αποστροφή, που μου ήταν αδύνατο να ξεπεράσω.

Μέσα μου η σκηνή απέκτησε συμβολικές διαστάσεις: Το παρόν μου της Αμερικής, του απρόσωπου, παγκοσμιοποιημένου, τεχνολογικού καταναλωτισμού στον οποίο τόσο έχω προσπαθήσει να αντισταθώ από τότε που βρέθηκα να είμαι κομμάτι του, αντιμαχόταν το παρελθόν μου, μιας Ελλάδας άλλων διαστάσεων. Καθώς η ώρα προχωρούσε, διέκοπτα την ταινία, έγραφα στον πίνακα στα Ελληνικά τα ονόματα των ηρώων και συζητούσα με τα παιδιά την πλοκή, τα κίνητρα, τις πεποιθήσεις, τις συνήθειές τους. Άρχισα τότε να δέχομαι ερωτήσεις, να βλέπω μάτια να ζωντανεύουν, και η μάχη μέσα μου σταδιακά μαλάκωσε. “Ε, ναι, κοιτάζω την ταινία κι επαναστατώ, αποτελεί ιεροσυλία για μένα, αυτό δεν αλλάζει. Επιπλέον, αντί να διαβάζουμε Όμηρο στα Ελληνικά, βλέπουμε αμερικάνικο εμπορικό σινεμά, απαράδεκτο! Όμως, τελικά, πραγματικά πειράζει τόσο πολύ; Τα παιδιά είναι προφανές ότι νιώθουν κάτι αντικρύζοντας τούτο το θέαμα, με το χαρακτήρα του οποίου ταυτίζονται, κι εγώ έχω την επιλογή ή να γκρινιάξω και να το αρνηθώ, ή να αρπάξω την ευκαιρία και να το ευχαριστηθώ κιόλας”.

Κάπως έτσι εξελίχθηκαν οι επόμενες συναντήσεις μας. Τα σνακ διαφοροποιήθηκαν, για να είναι έκπληξη τι έφερνα να τους κεράσω κάθε μέρα (πρόταση των παιδιών), και η ταινία προβλήθηκε σε συνέχειες, με διακοπές κατά διαστήματα, ώστε να κάνουμε μάθημα πάνω σ’αυτά που βλέπαμε κάθε φορά. Τελικά, με όλα τούτα, συγκράτησαν τους σημαντικούς χαρακτήρες και τα χαρακτηριστικά τους, έμαθαν τις τοποθεσίες στο χάρτη, ασχολήθηκαν ενεργά με την υπόθεση, τα κίνητρα, τις σχέσεις, τις εκδηλώσεις, εκφράζοντας ειλικρινή απορία για τα πώς και τα γιατί, ενώ κατάφερα να τους παρακινήσω να ασχοληθούν και με κάποιες ασκήσεις ανάγνωσης και χρήσης των Ελληνικών, τις οποίες σοφίστηκα με αφορμή το μύθο. Μάλιστα στο τέλος παρακολούθησαν με αρκετή προσοχή ακόμη και μάθημα για τον ίδιο τον Όμηρο, ενώ τους έδειξα και εικόνες από αγγεία με σκηνές της Ιλιάδας και από μυκηναϊκά αρχαιολογικά ευρήματα, που, γνωρίζοντας πλέον ότι τα χρησιμοποίησαν στ’ αλήθεια οι ήρωες στους οποίους είχαμε αναφερθεί, τις είδαν με ενδιαφέρον, τεράστια αντίθεση από παλιότερα, που είχα επιχειρήσει κάτι ανάλογο.

Και, άραγε, ποιος ξέρει; Αν είμαι τυχερή, ίσως ένα απ’ αυτά τα παιδιά να πιάσει κάποτε στο μέλλον ένα βιβλίο της Ιλιάδας και να θελήσει να το διαβάσει, ενθυμούμενο την όλη εμπειρία. Ή ίσως να δει ένα έκθεμα σε κάποιο μουσείο και να το νιώσει λίγο πιο δικό του σε σχέση με πρώτα.

Αν τολμήσω, δε, να είμαι απόλυτα ειλικρινής, πρέπει να παραδεχτώ ότι κι εγώ, που μοιράστηκα τη διαδικασία με τα παιδιά, που τελικά δεν αρνήθηκα ολοκληρωτικά την ταινία ως αμερικάνικο καταναλωτικό σκουπίδι, όπως αρχικά είχα την παρόρμηση, νιώθω λίγο διαφορετικά. Με έκπληξη διαπίστωσα ότι με περισσότερη διάθεση ξαναδιάβασα αυτές τις μέρες μια παιδική εκδοχή της Οδύσσειας που κυκλοφορεί στο σπίτι μας, ενώ υποψιάζομαι παρομοίως ότι με πιο πολύ κέφι θα ξαναμελετήσω σε λίγους μήνες και το αντίστοιχο κεφάλαιο για το Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο στο οποίο φοιτώ. Επιπλέον, ανακαλύπτω ότι η εμπειρία έβαλε κι αυτή το λιθαράκι της ώστε να βλέπω με λίγο αλλιώτικη ματιά, κάπως πιο ανοιχτή, τους ανθρώπους που με περιστοιχίζουν καθημερινά, αυτούς, τους εκπροσώπους της αμερικάνικης κουλτούρας, που στοιχεία της με βρίσκουν τόσο αντίθετη.

Κλείνοντας το θέμα, θα αναφερθώ και σε μια τελευταία όψη του. Ψάχνοντας στο διαδίκτυο για χρήσιμο υλικό, εντυπωσιάστηκα από την αφθονία της πληροφορίας που κυκλοφορεί από τα αμερικάνικα σχολεία, στα οποία τα παιδιά διδάσκονται, σε μεγαλύτερες τάξεις, και την Ιλιάδα και την Οδύσσεια και γενικά για την αρχαία Ελλάδα και μάλιστα, απ’ ό,τι ανακάλυψα, σε αξιοσημείωτο βάθος. Καθώς μελετούσα τα ευρήματά μου, μού γεννήθηκε η απορία: Οι μαθητές μου βομβαρδίζονται με αντίστοιχη πληροφορία για πλήθος ακόμη άλλων πολιτισμών, από τους Ναβάχο μέχρι τους Ιάπωνες. Πόσο διαφορετικά άραγε να προσλαμβάνουν τον ελληνικό από μένα που τον έχω διδαχθεί από παιδί ως το μοναδικό παρελθόν μου; Μάλλον ποτέ δε θα μπορέσω να απαντήσω ικανοποιητικά σε τούτη την ερώτηση. Ίσως, όμως, η απάντηση αυτή να μην έχει και τόση πολλή σημασία.

New Diaspora

Πρωί Μεγάλης Πέμπτης 2015

uscisΈγινε κι αυτό… Αμερικανάκια στο έξής, ήταν αναμενόμενο. Κι όμως, η αντίδραση μέσα μου μικρότερη απ’ ό,τι είχα φανταστεί.

Με το καλό, λοιπόν, παιδάκια μου. Το μέλλον σας είναι δικό σας.

______________________________________________________________________

ΥΓ. Με αφορμή την παρούσα ανάρτηση, και αρκετές μέρες αφού την ανέβασα εδώ, έγραψα αυτό το κείμενο για το διαδικτυακό ντοκιμαντέρ New Diaspora.

New Diaspora