Θέλει αρετή και τόλμη η αυτογνωσία

Για να μην ξεχνάμε και τα ψυχωφέλιμα, ακολουθεί το κείμενο που έγραψα αυτη τη φορά ως συνεισφορά στο διαδικτυακό ντοκιμαντέρ New Diaspora.

________________________________________________________________________

modern_ancient_greek

Πρόσφατα παρακολουθήσαμε στο ελληνικό σχολείο της τοπικής μας ενορίας τη λεγόμενη «Ημέρα των Ελληνικών Γραμμάτων». Είναι μια εκδήλωση που οργανώνεται στις ελληνοαμερικανικές κοινότητες με αφορμή τη γιορτή των Τριών Ιεραρχών, και ως σκοπό έχει, εκτός από την υπενθύμιση του θρησκευτικού χαρακτήρα του συγκεκριμένου εορτασμού, την προβολή της ελληνικής γλώσσας και του ελληνικού πολιτισμού. Κάθε τάξη προετοιμάζει ένα σύντομο πρόγραμμα με απαγγελίες, τραγούδια ή σκετς, στο πνεύμα των σχολικών γιορτών όπως τις γνωρίζουμε από την Ελλάδα, και με ποικιλία θεμάτων παρμένων από την ελληνική πολιτιστική παράδοση, αρχαιότερη ή νεότερη. Έτσι, ενδεικτικά, σε τέτοιες γιορτές έχουν παρουσιαστεί από αρχαία τραγωδία, Ελύτη και Θεοδωράκη έως Βουγιουκλάκη, Τσανακλίδου, Μάλαμα και κλασικά παιδικά τραγούδια.

Η όλη εκδήλωση αποτελεί μια ευκαιρία για να απολαύσουν οι παρευρισκόμενοι τα παιδιά τους να μιλούν Ελληνικά – εικόνα σπάνια πολλές φορές, μια που τα παιδιά συχνά αντιστέκονται και δε θέλουν να μιλήσουν Ελληνικά αν δεν τα πιέσει κανείς – καθώς και για να έρθουν οι μαθητές σε επαφή με στοιχεία του ελληνικού πολιτισμού, τα οποία αλλιώς δεν έχουν τη δυνατότητα να γνωρίσουν. Καθώς δίδαξα στο ελληνικό σχολείο για δύο σχολικές χρονιές, γνωρίζω από προσωπική εμπειρία πως οι δασκάλες δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους, και με πολλή αγάπη και μεράκι προετοιμάζουν την παρουσίαση της τάξης τους.

giorti_grammatwn

Τα συναισθήματά μου, ως γονέα-θεατή, κατά την παρακολούθηση της εν λόγω γιορτής, έχουν υπάρξει εξ’ αρχής ανάμικτα. Έχω γράψει για το θέμα κι άλλες φορές, όπως τότε που περιέγραφα την περσινή παρέλαση της 25ης Μαρτίου στη Νέα Υόρκη. Τον πρώτο μου καιρό στην Αμερική ένιωθα αποκλειστικά λύπη παρακολουθώντας τέτοιες εκδηλώσεις. Παρότι τώρα, εκ των πραγμάτων, την έχω κάπως δεχτεί, τότε δυσκολευόμουν να χωνέψω την εικόνα των παιδιών που, ενώ αισθάνονταν κυρίως ως Αμερικανάκια, ταυτιζόμενα, όπως είναι φυσικό, με την κουλτούρα μέσα στην οποία μεγαλώνουν, παιδεύονταν επί σκηνής, με τα σπασμένα τους Ελληνικά, να παρουσιάσουν κάτι που, κατ’ εμέ, τους ήταν σχεδόν εντελώς ξένο. Την ίδια στιγμή φανταζόμουν τα δικά μου παιδιά να βρίσκονται αργά ή γρήγορα στη θέση τους, κι ένιωθα βαθιά απογοήτευση στη σκέψη ότι, αν καταλήξουμε να μείνουμε εδώ για καιρό, ό,τι σηματοδοτεί την πολιτιστική μας καταγωγή, όσο και να προσπαθήσω, τελικά θα ξεθωριάσει και, καθώς θα προχωρούν οι γενιές, θα χαθεί. Το ερώτημα σταθερά παραμένει για μένα: Αν τελικά τα παιδιά μου μεγαλώσουν στην Αμερική, τι θα τους μείνει από την καταγωγή τους; Μάλλον μια αντίληψη τόσο σχετική με την ελληνική ουσία όσο τα πατατάκια Lays με γεύση Greek Gyro που έχω δει να κυκλοφορούν εδώ.

IMG_1046

Το ερώτημα μου φαίνεται ακόμη πιο φλέγον όταν συνδυαστεί με έναν επιπλέον, επίσης σταθερό μου, προβληματισμό. Έχω περάσει σημαντικό μέρος της ενήλικής μου ζωής προσπαθώντας να κατανοήσω ποια χαρακτηριστικά στοιχειοθετούν τη αξιόλογη όψη της σημερινής Ελλάδας. Υπό τις παρούσες συνθήκες, κατά τις οποίες φανερώνεται σχεδόν καθημερινά, με μικρές και μεγάλες αφορμές, το αρνητικό της πρόσωπο, συχνά δεν μπορώ, όσο κι αν διακαώς το επιθυμώ, να διακρίνω τη θετική της πλευρά  με σαφήνεια. Τα γνωστά τουριστικά κλισέ (ήλιος, θάλασσα, φυσική ομορφιά, ιστορική κληρονομιά και δημοτική παράδοση) σ’αυτή τη φάση δε με ικανοποιούν ως παράγοντες που μπορούν αποκλειστικά να ορίσουν  την αξία μας ως έθνους. Κι αυτό όχι γιατί τα ίδια δε διαθέτουν σπουδαιότητα, αλλά για το ακριβώς αντίθετο.

Αντί εμείς, οι σημερινοί Έλληνες, να παίρνουμε την αυταπόδεικτή τους αξία ως έναυσμα για δημιουργική αναζωογόνηση, ως αφετηρία προς την επιδίωξη ενός αξιόλογου σύγχρονου προσώπου, συχνά τα χρησιμοποιούμε απλώς για να καλύπτουμε τη ζοφερή μας εικόνα και να ματαιώνουμε οποιαδήποτε απόπειρα αυτοκριτικής ή αυτοβελτίωσης. Κρυβόμαστε πίσω από τα παρελθοντικά επιτεύγματα της φυλής μας, διαφημίζοντας σαν δικό μας το μεγαλείο τους στους γύρω μας, χωρίς να υποψιαζόμαστε το υπαρκτό ερώτημα: Εμείς, σήμερα, κατά πόσο είμαστε αντάξιοι του μεγαλείου αυτού; Αν επιχειρήσουμε να αποκριθούμε με ειλικρίνεια, η απάντηση νομίζω πως δε θα μας είναι ιδιαιτέρως ευχάριστη.

Θυμώνω, λοιπόν, όταν γίνομαι μάρτυρας αυτού του είδους της συμπεριφοράς, και στη φετινή Ημέρα των Ελληνικών Γραμμάτων είχα την ευκαιρία να τη διαπιστώσω και πάλι, με αφορμή το τραγούδι της Μελίνας Ασλανίδου «Με την Ελλάδα εγώ ξυπνάω και κοιμάμαι», που στη γιορτή το άκουσα για πρώτη φορά. Ψάχνοντας στη συνέχεια στο διαδίκτυο, ανακάλυψα ένα βίντεο/φωτογραφικό κολάζ με μουσική επένδυση το τραγούδι, που έγινε viral το φετινό καλοκαίρι, τις ημέρες του δημοψηφίσματος, και τώρα έχει συγκεντρώσει περίπου 1.400.000 θεατές.

Παραθέτω αποσπάσματα από τους στίχους, όπως τους βρήκα στο διαδίκτυο:

«Δε σε φοβάμαι […]
…έχω στα στήθια μου τους στίχους του Σεφέρη,
έχω του Γκάτσου την Αμοργό,
έχω τον Κάλβο, τον Σολωμό.
[…]
έχω έναν ήλιο φυλαχτό απ’ τη Βεργίνα,
έχω τον Όλυμπο, τον Υμηττό,
το Παλαμίδι, την κύρα της Ρω.
[…]
έχω μια θάλασσα αγάπες στο Αιγαίο,
έχω στην Κρήτη ένα Θεό,
ένα ακρωτήρι κι ένα σταυρό.
[…]
έχω ένα δέντρο στην Επίδαυρο φυτέψει,
έχω μια ορχήστρα κι ένα βωμό,
έχω το λόγο μου τον τραγικο.»

Ένα τέτοιο άκουσμα, τραγουδισμένο την παρούσα στιγμή της συνολικής εθνικής μας απελπισίας, υπό τους ήχους μουσικής που φέρνει στο νου σωρούς από γαρύφαλλα να πλημμυρίζουν δημοφιλή λαϊκή πίστα, προσωπικά μόνο στενοχώρια μου προκαλεί. Πόσοι μεταξύ μας είναι έστω και ελάχιστα αντάξιοι των όσων αναφέρονται στους στίχους, που τους διατυμπανίζουμε κιόλας, σαν τα επιτεύγματά τους να μας ανήκουν; Πόσοι, του εαυτού μου συμπεριλαμβανομένου, αν δεν είναι αντάξιοι, έχουν τουλάχιστον διαβάσει Σεφέρη, Γκάτσο, Κάλβο, Σολωμό, αρχαία τραγωδία, σε βάθος τέτοιο που να έχει ειλικρινά επηρεαστεί η ζωή τους, η σκέψη τους, οι επιλογές τους;

Δε λέω να μη νιώθουμε περήφανοι για την καταγωγή μας. Δε λέω πως δεν έχουμε ανάγκη το στήριγμά της στη σκοτεινή συγκυρία που διανύουμε. Ας μη ζούμε, όμως, και με αυταπάτες. Πρόσφατα διάβασα ένα κείμενο του Απόστολου Λακασά για τον πανεπιστημιακό Θεοδόση Τάσιο. Εκεί ο δημοσιογράφος παρατήρησε: «Εμείς πιστεύουμε πως είμαστε καλύτεροι από τους δυτικούς […] Αλλωστε, είμαστε απόγονοι του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού». Η απάντηση που έλαβε ήταν: «Ας τα αφήσουν αυτά τα ελληναράδικα. Μπορεί να ήταν απαραίτητα για την τόνωση της εθνικής μας ταυτότητας το 1800, αλλά τώρα; Εκμεταλλευόμαστε ένα κλέος στο οποίο δεν συνεργήσαμε.» Δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω. Μάλλον έχει έρθει ο καιρός να ανασκουμπωθούμε.

yasou1

New Diaspora

Stir Fry Creative

stir_fry_banner
Αντιφάσεις. Έχω επανειλημμένως πει ότι δε μ’αρέσει να ζω τη ζωή μου δημόσια, και μετά, σε μια στιγμή παρόρμησης, ανεβάζω ό,τι θα διαβάσετε στη συνέχεια. Αν μη τι άλλο, η καταγραφή της νεομεταναστευτικής μου εμπειρίας θα ήταν ελλιπής χωρίς αυτό.

Αρκετοί από σας δε με γνωρίζετε, και γι’ αυτό θα χρειαστείτε μια εισαγωγή. Αν προσπαθήσω να την κάνω με σχετική συντομία, θα πάει κάπως ως εξής: Ξεκίνησα να σπουδάζω Ιατρική στην Αθήνα τη δεκαετία του ’90. Όποιος έχει ζήσει στην Ελλάδα καταλαβαίνει τι κόπο κατέβαλα για να βρεθώ σ’αυτή τη θέση, αξιοζήλευτη για πολλούς, για την οποία κι εγώ χαιρόμουν πολύ στα πρώτα έτη. Μου πήρε χρόνια κλιμακούμενης ψυχικής αγωνίας για να συνειδητοποιήσω ότι τούτο το επάγγελμα δε μου ταιριάζει, να πάρω το θάρρος να το παραδεχτώ, πρώτα στον εαυτό μου κι έπειτα στους γύρω μου, και στη συνέχεια να κάνω τη μεγάλη κίνηση: Να αφήσω την Ιατρική για να σπουδάσω Γραφιστική.

Βρέθηκα έτσι πάλι απ’ την αρχή, σε μια ηλικία που οι περισσότεροι τελείωναν τις σπουδές τους, να ξεκινώ σε έναν τομέα που γνώριζα κάπως επιφανειακά, απλώς γιατί έτυχε να έχω φίλους στο χώρο. Τη δεύτερη φορά στάθηκα τυχερή. Σπουδάζοντας, ανακάλυψα ότι το αντικείμενο το έβρισκα ιδιαίτερα ενδιαφέρον και προκλητικό. Η ιστορία, λοιπόν, θα μπορούσε να έχει τελειώσει εδώ. Η ηρωίδα μας διέπρεψε στο εξής στο επάγγελμα που της ταίριαζε –  Happy end.

Αλλά η διήγησή μας δεν είναι χολυγουντιανή ταινία.

Ολοκλήρωσα τον κύκλο των σπουδών με καλή επίδοση. Τελειώνοντας είχα όνειρα, πολλά και μεγάλα. Θα πήγαινα στην Αμερική, θα βρισκόμουν σ’αυτόν το μαγικό τόπο, τη Νέα Υόρκη, τη Μέκκα του design και της τέχνης, όπου θα ασχολούμουν με όλα αυτά τα εντυπωσιακά που τότε τόσο μ’ ενδιέφεραν. Σύντομα βρέθηκα πράγματι στην Αμερική. Όμως οι συνθήκες με έφεραν ώρες μακριά από τη Νέα Υόρκη, σε μια μικρή, απομονωμένη, επαρχιακή πανεπιστημιούπολη θαμμένη στα χιόνια από το Νοέμβριο έως το Μάιο. Μοναξιά και πολιτιστικό σοκ. Μέσα στις ονειροπολήσεις μου, ούτε που το είχα υποψιαστεί ως ενδεχόμενο.

Ξεκίνησα να εργάζομαι και, σε κάποιο χρονικό διάστημα, μια δεύτερη αλλαγή αποτελείωσε την ανατροπή. Κάποιο θέμα υγείας σήμαινε ότι στο εξής θα είχα περιορισμούς ως προς τις σωματικές μου δυνατότητες. Το εγχείρημα, έτσι, της Αμερικής και της λαμπρής επαγγελματικής μου σταδιοδρομίας διακόπηκε κάπου εκεί. Το ότι αρχικά είχα διαλέξει μια σχολή που δε μου ταίριαζε ήξερα πώς να το αντιμετωπίσω – απλώς άλλαξα κατεύθυνση. Τις καινούργιες προκλήσεις, όμως, όχι. Ό,τι είχα καταφέρει με τόση προσπάθεια έμεινε μετέωρο για δεύτερη φορά.

Πίσω πάλι στην Αθήνα, για αρκετά χρόνια, και στις συνθήκες ασάφειας που χαρακτηρίζουν την καθημερινότητα μιας μητέρας με μικρά παιδιά, δεν ήμουν σε θέση να διατυπώσω ξεκάθαρο επαγγελματικό όραμα. Και αναπάντεχα, εκεί που κανείς δεν το περίμενε, οικονομική κρίση, και νά που βρέθηκα πάλι στην Αμερική, χωρίς να το έχω αυτή τη φορά επιθυμήσει ή προκαλέσει. Αντίθετα, μετά την προηγούμενη εμπειρία, και με την επιπλέον δέσμευση που ακολουθεί το ρόλο της μητέρας, με την ιδέα και μόνο να ξυπνά μέσα μου σημαντική αγωνία.

Τη συνέχεια την έχετε πιθανά διαβάσει (σταθμοί της εδώ, εδώ κι εδώ), καθώς την καταγράφω σε πραγματικό χρόνο. Συνολικά υπήρξαν στιγμές καλές και – όχι λίγες – στιγμές ανυπόφορες. Στις θετικές, είναι αλήθεια και με τη συμμετοχή του ιστολογίου, που με βοήθησε να εκφραστώ χωρίς τη λογοκρισία της αξιολόγησης της ποιότητας του αποτελέσματος, άρχισα να ανακαλύπτω μια καινούργια οπτική, αυτήν που εστιάζει στη δημιουργικότητα.

home_banner1

Η διεργασία της προσαρμογής στην ξένη χώρα, της ανατροπής των στερεοτύπων, της αποσυντονιστικής μοναξιάς αλλά και της ελευθερίας που την έχουν συνοδεύσει, έχει υπάρξει, εκτός από επίπονη, και πολυποίκιλα χρήσιμη. Μέσα από την όλη πορεία, με τις διαρκείς ανασφάλειες και αμφισβητήσεις της, ο επαγγελματικός προσανατολισμός μου άρχισε να κατευθύνεται προς την επιθυμία να εκφράσω με ειλικρίνεια τα στοιχεία εκείνα που με χαρακτηρίζουν, ανεξάρτητα από συγκρίσεις και αξιολογήσεις, στα πλαίσια βέβαια των υπαρκτών περιορισμών της πραγματικότητας, στόχος πολύ διαφορετικός από την επιτυχία που ονειρευόμουν παλιότερα.

Τελικά, θα μου πείτε, γιατί σας τα εκθέτω όλα αυτά; Γιατί σ’αυτήν την ανάρτηση θέλω να καταγράψω το βήμα που έκανα χθες: Δημοσίευσα στο διαδίκτυο την καινούργια μου επαγγελματική παρουσία εδώ στην Αμερική. Stir Fry Creative – Γραφιστικές εφαρμογές και εικονογράφηση. Μετά από την παραπάνω εισαγωγή, μπορείτε ίσως κάπως να νιώσετε τη σημασία που αυτό έχει για μένα.

Θα σταματήσω εδώ τα δυνητικά δακρύβρεχτα, και θα αναφέρω τελειώνοντας τα πρακτικά στοιχεία της αμερικανικής επαγγελματικής πραγματικότητας που μου έκαναν την κίνηση αυτή εφικτή σε αντίθεση με την Ελλάδα. Συνοψίζονται σε δύο φράσεις: Μικρή γραφειοκρατία και μεγάλη ευελιξία. Οι διεργασίες νομιμοποίησης του επαγγελματικού μου προσώπου έγιναν μέσα σε μερικά λεπτά, από την άνεση του σπιτιού μου και του υπολογιστή μου. Επίσης οι δεσμεύσεις που η κίνηση τούτη συνεπάγεται είναι, για αρχή τουλάχιστον, μηδενικές. Ούτε ΤΕΒΕ, ούτε ένσημα, ούτε σφραγίδες, ούτε ΦΠΑ, ούτε διάτρητες αποδείξεις. Απλή καταγραφή εσόδων-εξόδων και δήλωση στην εφορία. Οι αποδείξεις τυπώνονται απλώς στον οικιακό μου υπολογιστή. Αν τα έξοδα υπερβαίνουν τα έσοδα, δεν οφείλεται ούτε φόρος. Μου δίνεται έτσι η δυνατότητα να τολμήσω να ξεκινήσω εργασία σε μικρή κλίμακα φανερά και νόμιμα, χωρίς να χρειαστεί να κρύβομαι και να φοροδιαφεύγω, όπως πιθανά θα γινόταν σε ανάλογη περίπτωση στην Ελλάδα.

Το κατέγραψα επισήμως το βήμα λοιπόν. Ελάχιστο, και ποιος ξέρει η συνέχειά του ποια θα είναι. Όποια και να είναι πάντως η εξέλιξη, για μένα, στο παρόν, παραμένει σπουδαίο.

Christmas breakfast

santa_breakfast

Χριστούγεννα σήμερα. Η μέρα προσφέρεται για εορταστικό πρωινό. Η οικογένειά μου θα χαρεί να τους το ετοιμάσω. Μα, για στάσου, τι συμβαίνει; Είμαι εγώ στην κουζίνα, ή παρατηρώ από ψηλά κάποια άγνωστη να εκτελεί τις κινήσεις που συνοδεύουν την πράξη αυτή;

Στο μπωλάκι μύρτιλα (τα φρούτα που, μέχρι πρότινος, μου φάνταζαν εξωτικά), και τη βλέπω να τα σερβίρει με την ίδια άνεση που εγώ θα είχα αν ήταν πορτοκάλια. Κουραμπιέδες, μελομακάρονα και το ζυμωτό ψωμί, που ακόμη συνεχίζω συστηματικά να ψήνω γιατί δεν μπορώ να ανεχθώ την έλλειψη φυσικού ψωμιού εδώ στην Αμερική, και δίπλα τους τα cupcakes που έχει γαρνίρει με έναν υπερ-λοφίσκο από σοκολατένιο frosting (πόσος καιρός να ήταν που δεν μπορούσα να χωνέψω γιατί άραγε οι Αμερικάνοι να το στοιβάζουν τόσο ψηλά;). Και, ναι – ρήξη όλων των στεγανών – στη ζεστή σοκολάτα των παιδιών επιπλέουν, αφρίζοντας προκλητικά – αλλίμονο! – marshmallows, αυτά τα τεχνητά, πλαστικά, άγευστα γλυκάκια, που ο λόγος της ύπαρξής τους παραμένει για μένα απολύτως ακατανόητος, και που την πρακτική να τα προσθέτουν στη ζεστή σοκολάτα μού είναι ακόμη αδύνατο να τη συλλάβω.

Εκείνη μοίραζε τη σοκολάτα όταν της ήρθε η σκέψη ότι, καθότι γιορτινή η μέρα, τα παιδιά θα χαίρονταν να τους ρίξει από ένα marshmallow στο φλυτζάνι τους. Εδώ στην Αμερική, χειμώνας και ζεστή σοκολάτα με marshmallows είναι έννοιες αλληλένδετες, και τα παιδιά το ξέρουν καλά, είναι αλήθεια τους τόσο φυσική όσο για μένα ο, άγνωστος για τους Αμερικάνους, συνδυασμός μπρόκολο-λεμόνι. Θυμήθηκε ότι στο ντουλάπι της υπήρχαν marshmallows, γιατί είχαν περισσέψει από τη φορά που πίσω στην αυλή ετοίμαζε σε παιδικό πάρτυ s’mores, το αρχέτυπο καλοκαιρινού κεράσματος που οι Αμερικάνοι ταυτίζουν με ζεστές νύχτες μπροστά σε αναμμένη πυρά. Δεν πάει καιρός που δεν είχα ακούσει καν το όνομα, κι όμως, εκείνη γνωρίζει και κόλπα για την αποτελεσματικότερη παρασκευή τους.

Πόσο πιο δύσκολο έχει ξεκινήσει να γίνεται το να περιγράψω ό,τι υπάρχει εντός μου σε σύγκριση με τον πρώτο καιρό που βρέθηκα εδώ; Όταν αυτά που ένιωθα ήταν μόνο αρνητικά, όταν προσλάμβανα την ύπαρξή μου στην Αμερική ως αποκλειστικά ξένη σε σχέση με το περιβάλλον, το αίσθημα ήταν μεν αφόρητο, αλλά μπορούσε να οριστεί με σαφήνεια. Όχι, όμως, και τώρα.

Έρχονται ώρες που διακρίνω στη θέση μου μια Ελληνοαμερικανίδα, κι αυτή δεν μου είναι εντελώς άγνωστη – ναι, πράγματι, είμαι εγώ. Απίστευτο. Έχω αρχίσει να παρατηρώ με άνεση συμπεριφορές, να βιώνω χωρίς αντίδραση καταστάσεις, να εκτελώ με φυσικότητα πράξεις που, όχι τόσο καιρό πριν, μου φαίνονταν ολοκληρωτικά αντίθετες από ό,τι ορίζει τον εαυτό μου. Να το πολεμήσω; Να το δεχτώ; Η σύγκρουση διαρκής, και η απάντηση ρευστή. Μετασχηματίζεται ανάλογα με τη στιγμή, τη διάθεση, την ενέργεια, τις συνθήκες, τα κίνητρα.

Είχα καιρό να κάνω τέτοιου είδους καταγραφή. Διάβαζα το ιστολόγιο προς τα πίσω τις προάλλες, και μου γεννήθηκε πάλι η επιθυμία. Ανέβασα στην προηγούμενη ανάρτηση και την εικόνα που τώρα βλέπετε εδώ, την κάπως κρυπτογραφική, και ένιωσα ότι σας οφείλω διευκρινίσεις. Η πλοκή συνεχίζεται, λοιπόν. Κι εγώ παραμένω πρωταγωνίστρια, ενός έργου του οποίου το τέλος πολύ θα ήθελα να γνωρίζω, όμως συνεχίζει να μου διαφεύγει. Σας ευχαριστώ που το έχετε παρακολουθήσει μαζί μου μέχρι εδώ.

Και πάλι Χριστούγεννα στο New Jersey…

Πρώτη χρονιά φέτος που μπορώ να νιώσω και χαρά στις γιορτές, παρότι τις περνάω σε ξένη χώρα. Χρειάστηκαν τέσσερα χρόνια σχεδόν. Πολλά θέλω να γράψω, όμως δεν έχω βρει το χρόνο. Για σήμερα, λοιπόν, μια φωτογραφική ανάρτηση, που από πέρυσι σας τη χρωστούσα. Θερμές ευχές για τις γιορτές. Το γεγονός ότι με διαβάζετε παραμένει για μένα πολύτιμο δώρο.

__________________________

Ελάχιστο δείγμα από κήπους στη γύρω περιοχή:

xmas_house1

xmas_house2 xmas_house3

Μερικές απόψεις από το σπίτι του Disney, κάπου στη γειτονιά μας:

disney_house2 disney_house1

Νυχτερινό βίντεο σπιτιού σε κοντινό δρόμο (σας παρακαλώ δείτε το, αξίζει):

Και τέλος, φωτάκια που αναβοσβήνουν συγχρονισμένα με τη μουσική στο ραδιόφωνο (στη φωτεινή πινακίδα μας πληροφορεί ποιο σταθμό πρέπει ν’ακούσουμε για να δούμε το εφέ).

Καλές γιορτές σε όλους!

Πατριωτόμετρο

Σας ετοιμάζω και χριστουγεννιάτικο θέμα, όμως o ελεύθερος χρόνος περιορισμένος. Γι’ αυτό, προς το παρόν, σας προσφέρω το κείμενο που έγραψα αυτή τη φορά για το New Diaspora.

______________________________________________________

patriotometer1

Τον τελευταίο καιρό πέφτω συχνά πάνω σε άρθρα που υπερασπίζονται τους Έλληνες νεομετανάστες, όπως ενδεικτικά αυτό. Σημαντική αντίθεση σε σχέση με όσα διάβαζα όταν πρωτομετακόμισα στην Αμερική, κοντά τέσσερα χρόνια τώρα, οπότε το κύριο μοτίβο φαινόταν να περιστρέφεται γύρω από την αγανακτισμένη φράση «η Ελλάδα έχει τελειώσει για μένα, δεν αξίζει πια ούτε για διακοπές». Σαν ξαφνικά η νεομεταναστευτική κοινότητα, που πρώτα έδειχνε στην πλειοψηφία της να ξεχνά πως η Ελλάδα ακόμη έχει και θετική όψη, και αφού κουράστηκε να δέχεται σχόλια του τύπου «οι νεομετανάστες πρόδωσαν την Ελλάδα», τώρα να έχει περάσει στην αντεπίθεση. «Μη μας αποκαλείτε βολεμένους, κι εμείς περνάμε δύσκολα, απλώς εσείς δεν μπορείτε να το καταλάβετε» ή «Μη μας λέτε προδότες, αγαπάμε την Ελλάδα και γι’ αυτό φύγαμε, η κατάντια της μας πληγώνει».

Έχω ξαναγράψει στο New Diaspora τη γνώμη μου για το θέμα, υποστηρίζοντας ότι η αλήθεια δε βρίσκεται ποτέ σε απόλυτους αφορισμούς. Όπως τίποτε στη ζωή δεν είναι άσπρο ή μαύρο, έτσι και η νεομετανάστευση είναι μια πολυπαραγοντική συνθήκη, με προσωπικό χαρακτήρα, που δε χωράει σε γενικεύσεις ή σε φράσεις-κλισέ. Η εμπειρία της νεομετανάστευσης είναι ξεχωριστή για τον καθένα που την έχει βιώσει κι εξαρτάται απ’ το γιατί, το πότε και το πώς έφυγε, καθώς και απ’ το πού πήγε, τι βρήκε εκεί και πώς ενσωματώθηκε ή όχι στο νέο του περιβάλλον. Γι’ αυτό ειλικρινά θυμώνω κάθε φορά που διαβάζω ανάλογους διαδικτυακούς καυγάδες, που πάντα αφήνουν απ’ έξω κάποιο κομμάτι της πολύπλοκης τούτης πραγματικότητας.

Έφυγα από την Ελλάδα το 2012 γιατί ο σύζυγός μου, παρά τις υπερεντατικές του προσπάθειες, είχε βρεθεί άνεργος για ενάμιση χρόνο χωρίς να του έχει παρουσιαστεί κάποια προοπτική. Η μετακίνησή μας προχώρησε παρά το γεγονός ότι στο παρελθόν, επιστρέφοντας στην Ελλάδα μετά από κάποια χρόνια στο εξωτερικό, είχα αποφασίσει συνειδητά να μη ζήσω ποτέ ξανά μακριά της. Και εκείνος, που βρέθηκε, μεσήλικος, σε ξένη χώρα, να ξεκινά απ’ το μηδέν σε ένα απίστευτα ανταγωνιστικό περιβάλλον, και με την ευθύνη της συντήρησης μιας πενταμελούς οικογένειας στους ώμους του, και εγώ, που προσγειώθηκα στο άγνωστο με μικρά παιδιά να φροντίσω, μακριά από το εγκατεστημένο μου δίχτυ ασφαλείας, περάσαμε ένα μεγάλο διάστημα σφραγισμένο με αγωνία και τεράστια ένταση.

Για να μπορέσω να ισορροπήσω στην καινούργια μου κατάσταση, που ερχόταν σε πλήρη αντίθεση μ’αυτό που πραγματικά επιθυμούσα, πέρασαν κυριολεκτικά χρόνια. Ήμασταν οι πρώτοι από τον άμεσο κύκλο μας που έφυγαν και οι περισσότεροι φίλοι μας βρίσκονται ακόμη στην Ελλάδα. Για μήνες ατελείωτους τους σκεφτόμουν και δεν μπορούσα να χωνέψω γιατί εγώ, που η ζωή μακριά απ’ την πατρίδα μού φαινόταν ασυμβίβαστη με την έννοια της ύπαρξης, είχα αναγκαστεί να μεταναστεύσω, ενώ οι άλλοι, που το να φύγουν δεν το έβρισκαν και τόσο φοβερό, είχαν ακόμη τη δυνατότητα να είναι εκεί.

Στο μεταξύ, ο πανδαμάτωρ χρόνος ακολουθούσε μυστικά την πορεία του. Οι καταστάσεις στην Ελλάδα εξελίσσονταν ερήμην μου. Το φετινό καλοκαίρι, στις διακοπές, υπήρξα ταυτόχρονα αυτόπτης μάρτυρας της τρομακτικής έντασης που επικρατούσε στη χώρα και μοναδικός πελάτης, στις ατελείωτες ουρές των ΑΤΜ, που μπορούσε να κάνει ημερήσια ανάληψη μεγαλύτερη από 60 Ευρώ. Η μακρόχρονη απουσία και οι αλλαγμένες περιστάσεις είχαν πλέον υψώσει εμπόδια στην πλήρη ταύτισή μου με το γύρω περιβάλλον, αυτό που ακόμη και τώρα με ορίζει. Το αίσθημα, πιστέψτε με, πονάει, ίσως τόσο όσο το να βλέπεις τα παιδιά σου να μεγαλώνουν τιμώντας διαφορετική πατρίδα, μιλώντας άλλη γλώσσα, αποκτώντας παραστάσεις, προτεραιότητες και συνήθειες που ανήκουν σ’εναν κόσμο αλλότριο απ’ αυτόν που εσύ αγαπάς.

nyc

Επιστρέφοντας στην Αμερική το φετινό φθινόπωρο, διαπίστωσα ότι, μάλλον για πρώτη φορά, αυτή τη στιγμή μπορώ κι εδώ να βιώνω στιγμές χαράς, όσο κι αν ακόμη λαχταρώ να βρισκόμουν πίσω στην Ελλάδα. Επίσης ένιωσα μεγάλη ευγνωμοσύνη για το ότι, με τη μετανάστευση, μου δόθηκε η δυνατότητα να ξεφύγω από την αβεβαιότητα που θα αισθανόμουν τώρα, όπως έχουν εξελιχθεί τα πράγματα, αν ήμουν ακόμη εκεί. Τέλος, παρότι δεν την επιθυμούσα, προσλαμβάνω τελικά την ευκαιρία που μου δόθηκε, να ζυμωθώ με μια εν πολλοίς αντίθετη προς τα δικά μου πιστεύω κουλτούρα, ως εσωτερικό πλούτο. Θα επέστρεφα στην Ελλάδα αύριο αν μπορούσα. Αυτό δεν έχει αλλάξει για μένα. Όμως είμαι ειλικρινά ευγνώμων γι’ αυτό που τώρα ζω, κι ελπίζω – μάταια λένε πολλοί – να μην αργήσει η ώρα του γυρισμού.

Αυτή είναι περιληπτικά η δική μου ιστορία νεομετανάστευσης έως εδώ. Ποιος μπορεί να την ονομάσει, με το χέρι στην καρδιά, και χωρίς να παραλείψει κάποιο κομμάτι της, μαύρη ή άσπρη; Ποιος θα με πει μόνο προδότρια, βολεμένη, πατριώτισσα ή θύμα και θα λέει ολόκληρη την αλήθεια; Ο καθένας απ’ αυτούς τους χαρακτηρισμούς ταιριάζει με στοιχεία της νεομεταναστευτικής μου πορείας, χωρίς κανείς να την περιγράφει αποκλειστικά.

Επιπλέον, ποιος και με ποιο κριτήριο θα μετρήσει το ζόρι που πέρασα και ακόμη περνάω και θα το αντιπαραβάλει μ’αυτό που ζουν οι άλλοι στην Ελλάδα; Ασφαλώς η κατάστασή μου εδώ μ’έχει ψυχικά πιέσει, και η πίεση τούτη για μένα έχει υπόσταση, όμως πώς μπορεί αυτή να συσχετιστεί με τη βιοποριστική αγωνία των αυξανομένων ανέργων, των απόρων συνταξιούχων, των κλιμακούμενα απελπισμένων που άφησα πίσω; Πώς μπορώ εγώ απ’ έξω να καταλάβω τις δυσκολίες που εκείνοι περνούν και, αντίστροφα, πώς μπορούν εκείνοι να αισθανθούν όσες προκλήσεις βιώνω εγώ σ’έναν αλλιώτικο κόσμο; Είναι τελικά εφικτή μια τέτοια σύγκριση, ανάμεσα σε τόσο ανόμοιες, ανισοβαρείς και πολυδιάστατες πραγματικότητες, που προϋποθέτουν για την κατανόησή τους βιωματική εμπειρία; Προσωπικά νομίζω πως όχι.

Ας μαζέψουμε, λοιπόν, όλοι τα σπαθιά στα θηκάρια κι ας παραμερίσουμε το βολεψόμετρο και το πατριωτόμετρο. Στη δεινή θέση που έχει περιέλθει τώρα η χώρα μας, δε μου φαίνεται να έχουν κάποια χρησιμότητα. Αυτό που πιστεύω ότι έχει αξία, όταν προσπαθούμε να αποτιμήσουμε το φαινόμενο της νεομετανάστευσης, είναι η κατανόηση των συνθηκών που την κατέστησαν αναγκαία. Και κάτι μάλλον ακόμη πιο σπουδαίο. Η διερεύνηση των τρόπων με τους οποίους τώρα, υπό τις παρούσες συνθήκες, μπορεί κανείς, με τα δικά του προσωπικά δεδομένα, να συνεισφέρει στην ανάκαμψη της αγαπημένης μας πατρίδας. Το αν η θέση του είναι μέσα ή έξω από τα φυσικά σύνορά της δε βρίσκω να έχει καμιά σημασία.

_____________________________________________________

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο διαδικτυακό ντοκιμαντέρ New Diaspora. Θερμές ευχαριστίες.

New Diaspora

Επίσης, την επόμενη μέρα, αναδημοσιεύτηκε στο ειδησεογραφικό web site News247. Θερμές ευχαριστίες επίσης.

Διαλιέχτε, κυρίες μου, διαλιέχτε…

puzzled_bunny

Τόσα χρόνια στην Αμερική, και δεν έχω μιλήσει καθόλου για ένα σημαντικό θέμα του καθημερινού βίου, αυτό των επιλογών. Των ατελείωτων επιλογών, σε οποιοδήποτε τομέα της καταναλωτικής διεργασίας. Όπου βρεθείς, περιτριγυρίζεσαι από μια ατέρμονη λίστα δυνατοτήτων, που καραδοκούν για να ρουφήξουν σημαντικό μέρος της ενέργειάς σου.

Ας φέρω ένα παράδειγμα. Πες ότι θέλεις να παραγγείλεις ένα σάντουιτς σε κάποιο καφέ. Αφού μελετήσεις τον εκτενή κατάλογο των προσφερομένων πιάτων, και καταλήξεις σ’αυτό που σ’ενδιαφέρει, πρέπει στη συνέχεια να πλοηγηθείς ανάμεσα στις διαφορετικές δυνατότητες που διαθέτεις για την επιλογή σου. Άσπρο, μαύρο ή πολύσπορο ψωμί; Για συνοδευτικό, σαλάτα, πατατάκια ή φρούτο; Μήπως θέλεις κάποια αλλαγή στη δομή του σάντουιτς; Μήπως θέλεις να αφαιρέσεις κάποιο/κάποια υλικά ή να τα αντικαταστήσεις με άλλα; Μήπως θέλεις μόνο μισό σάντουιτς και, αντί για το άλλο μισό, σούπα ή σαλάτα; Μήπως, μαζί με το σάντουιτς, θέλεις και κάποιο ποτό ή επιδόρπιο στη μισή τιμή;  Customize, personalize, οι μαγικές λέξεις της αμερικανικής κατανάλωσης. Θυμηθείτε τον καφέ του Starbucks, τον οποίο μπορείς να τροποποιήσεις κατά το δοκούν, και να τον παραλάβεις φτιαγμένο ειδικά για σένα, με το όνομά σου γραμμένο στο ποτήρι.

Για να παραγγείλω, λοιπόν, κάθε φορά που θέλω να φάω ή να πιω κάτι εκτός σπιτιού, πρέπει πρώτα να αντιμετωπίσω το μπαράζ των ερωτήσεων του υπαλλήλου που θα μου πάρει την παραγγελία. Tόσο κουραστική μου φαίνεται αυτή η διαδικασία, που με τρόμο με βλέπω κάποιες στιγμές να προσλαμβάνω με θετική ματιά εφαρμογές σαν αυτή που θα σας περιγράψω στη συνέχεια, που στην ουσία τους με βρίσκουν εντελώς αντίθετη.

Πρόσφατα έμαθα ότι στη γνωστή αλυσίδα καφέ/ταχυφαγείου Panera Bread (σκεφτείτε κάτι σαν “Γρηγόρη μικρογεύματα”), έχουν εγκατασταθεί υπολογιστές, στους οποίους πληκτρολογείς την παραγγελία σου, αντί να μιλήσεις σε κάποιον υπάλληλο. Εκεί μπορείς να δεις αναλυτικά ολόκληρο τον κατάλογο των προσφερομένων ειδών, αναλυτικά τα συστατικά της κάθε επιλογής, και με ένα κλικ να προσθαφαιρέσεις ό,τι θέλεις. Ολοκληρώνεις την παραγγελία σου πληρώνοντας με την πιστωτική σου κάρτα, και στη συνέχεια απλώς παραλαμβάνεις το πιάτο σου από το ειδικό γκισέ. Αν θέλεις, δεν επικοινωνείς με κανέναν, μόνος και ακοινώνητος μπαίνεις, μόνος και ακοινώνητος βγαίνεις.

Το σύστημα αυτό έχει προχωρήσει και ακόμη περισσότερο. Μπορείς να κατεβάσεις το ανάλογο app στο κινητό σου, να παραγγείλεις μέσω αυτού, είτε βρίσκεσαι εκτός του μαγαζιού είτε εντός του (!), και στη συνέχεια να παραλάβεις την παραγγελία σου, πακεταρισμένη σε σακουλάκι, που θα το βρεις αποθηκευμένο σε ειδικά ράφια γι’ αυτό το σκοπό, με το όνομά σου γραμμένο πάνω του. Μπαίνεις, το αρπάζεις, και βγαίνεις.

Παρότι διαφωνώ πολύ μ’αυτού του είδους τις πρακτικές, που τείνουν να εξαλείψουν τη διαπροσωπική επικοινωνία, δεν μπορώ να πω ότι δεν αισθάνθηκα ανακούφιση τις φορές που δοκιμαστικά τις χρησιμοποίησα. Μπόρεσα να μελετήσω την παραγγελία με την ησυχία μου και να κάνω τις επιλογές μου χωρίς το άγχος που νιώθω συνήθως σε τέτοιου τύπου συνδιαλλαγές. Αυτή η εναλλακτική, με την οποία κατά βάση δε συμφωνώ, προσωπικά δε θα μου ήταν χρήσιμη αν η γκάμα των επιλογών μου ήταν μικρότερη.

Με το ατελείωτο εύρος επιλογών, ο  καταναλωτής αισθάνεται κύριος της καταναλωτικής διαδικασίας, ανεξάρτητα απ’ το αν ειλικρινά είναι (κατά τη γνώμη μου, δεν είναι – αυτό, όμως, είναι άλλο κεφάλαιο, σας έχω πει την άποψή μου επί του θέματος εδώ). Νιώθει ότι η επιθυμία του μετράει, ότι οι επιλογές του έχουν αξία. Και εν μέρει τούτο είναι αλήθεια, όσο κι αν οι επιθυμίες του κατευθύνονται έξωθεν, ο καταναλωτής στην αμερικάνικη κουλτούρα έχει πράγματι δύναμη.

Ταυτόχρονα, όμως, ο πολίτης εκπαιδεύεται ώστε να συμπεριφέρεται σαν κακομαθημένο παιδάκι, καθώς τα πάντα πρέπει να είναι διαρκώς της απολύτου αρεσκείας του. Έχουμε βρεθεί πολλές φορές μάρτυρες σε διαμαρτυρίες πελατών για κάποια ασήμαντη ατέλεια του προϊόντος που παρέλαβαν, τις οποίες ο υπάλληλος, όσο γελοία και να ήταν η απαίτηση, τις αντιμετώπισε με σοβαρότητα. Συνολικά, για την αμερικάνικη κοσμοαντίληψη, το άτομο και η προσωπική του επιθυμία είναι το κέντρο του κόσμου, έτσι το βλέπω εγώ τουλάχιστον.

Σίγουρα πάντως, αυτή η πελατειοκεντρική προσέγγιση βοηθά στο να είναι οι υπάλληλοι σχεδόν πάντα ευγενείς κι εξυπηρετικοί. Δεν έχει υπάρξει φορά που πραγματικά είχαμε πρόβλημα με κάποιο προϊόν ή υπηρεσία, και δε μας αντιμετώπισαν με σεβασμό κι ευγένεια, ενώ, χωρίς εξαίρεση, μας αποζημίωσαν με τέτοιο τρόπο, ώστε να μείνουμε τελικά πολύ ικανοποιημένοι.

Σας αφήνω να βγάλετε τα δικά σας συμπεράσματα, κλείνοντας με το ακόλουθο περιστατικό, που προκάλεσε και τη συγγραφή τούτης της ανάρτησης. Χθες παρήγγειλα έναν καφέ σε ένα εστιατόριο που σερβίρει πρωινό. Δεν ήταν mass-market αλυσίδα, αλλά ένα μοναδικό, πολύ περιποιημένο μαγαζί, σε μια μικρή πόλη κοντά μας. Ο καφές μου ήρθε στο τραπέζι μέσα στην κανάτα όπου τον εκχύλιζαν, την πρέσα της οποίας θα έπρεπε να πιέσω για να τον σουρώσω εγώ. Συνοδευόταν από χρονόμετρο που μου υπεδείκνυε για πόση ώρα οι κόκκοι του αιωρούνταν στο καυτό νερό. Το χρονόμετρο το είχαν σετάρει να χτυπήσει τη στιγμή που αυτοί θεωρούσαν ότι θα είναι τόσο δυνατός όσο θα έπρεπε. Αν τον ήθελα λιγότερο ή περισσότερο δυνατό, τότε, κοιτώντας το χρονόμετρο, είχα, εγώ και μόνο εγώ πλέον, απόλυτο έλεγχο της διαδικασίας.

coffee_timer

Ο χαρωπός επιβάτης σας χαιρετά

Μαζεμένα τ’ανεβάζω, αλλά τι να κάνω, το περιβάλλον με προκαλεί. Περπατούσα σήμερα να πάρω τα παιδιά μου από το σχολείο. Μια στιγμή, το μάτι μου έπεσε αφηρημένα στο παράθυρο ενός απ’ τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα δίπλα μου. Καθώς το προσπερνούσα με τον κεκτημένο μου ρυθμό, ξαφνικά σταμάτησα. Παύση, για όσα δευτερόλεπτα χρειάστηκαν για να καταγραφεί η εικόνα στη συνείδηση, μεταβολή, λίγα βήματα προς τα πίσω και ξανά κοίταγμα μέσα απ’ το παράθυρο.

Δεν είχα κάνει λάθος. Είχα πράγματι δει αυτό:

car_skeletonΓια όποιον αναρωτιέται, σας παραπέμπω στην ανάλυση που είχα κάνει πέρυσι τέτοια εποχή για τις διακοσμήσεις των κήπων, εστιάζοντας συγκεκριμένα στο Halloween, που τώρα είναι η εποχή του. Άντε και καλό χειμώνα!